Η κυβέρνηση Μητσοτάκη (το «καθεστώς» Μητσοτάκη, υποστηρίζουν, όχι άδικα, ορισμένοι) αντιμετωπίζει μια πρωτοφανή κρίση, πρωτόγνωρη για κυβέρνηση της Μεταπολίτευσης. Το πρώτο, πρόδηλο γνώρισμά της είναι το ιδιαίτερα χαμηλό ποσοστό υποστήριξης που απολαμβάνει (στην πρόθεση ψήφου, όχι στην εκτίμηση, που αποτελεί προβολή ανεπίδεκτη ελέγχου), που δεν ξεπερνά το 25%. Τα αρνητικά ευρήματα των δημοσκοπήσεων όμως δεν είναι μόνον ποσοτικά, μολονότι καταγράφουν ιστορικά χαμηλά για κυβερνητικό κόμμα.
Τα ποιοτικά είναι τα πλέον καταδικαστικά, γιατί διαψεύδουν παταγωδώς το κυβερνητικό αφήγημα. Εντελώς ενδεικτικά: στη δημοσκόπηση της 11ης Ιουλίου της ALCO για την «ΕφΣυν» το 60% των πολιτών δηλώνει ότι τα προβλήματα που αντιμετωπίζει στην καθημερινότητά του είναι μεγαλύτερα από το 2019, όταν παρέδωσε την κυβερνητική εξουσία ο ΣΥΡΙΖΑ. Το σύνολο των σφυγμομετρήσεων όλων των μεγάλων εταιρειών καταγράφει τουλάχιστον από το 2023 το ίδιο σταθερό μοτίβο: η πλειονότητα θεωρεί ότι η προσωπική οικονομική της κατάσταση έχει επιδεινωθεί και ακόμη μεγαλύτερα ποσοστά δηλώνουν ότι η χώρα κινείται σε λάθος κατεύθυνση.
Οι πολίτες τοποθετούνται με βάση την κατάσταση της τσέπης τους, οι απαντήσεις τους όμως αντανακλούν μια πραγματική κατάσταση: η αγοραστική δύναμη των Ελλήνων βρίσκεται στις τρεις τελευταίες θέσεις της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Τα κέρδη από τη σταθεροποίηση της οικονομίας δεν διαχέονται στο σώμα της κοινωνίας και οι τιμές εξανεμίζουν τις όποιες πενιχρές αυξήσεις των μισθών.
Το χειρότερο για τον κ. Μητσοτάκη είναι ότι η αποδοκιμασία της κυβέρνησης δεν περιορίζεται στον οικονομικό τομέα. Προφανώς η ακρίβεια παραμένει μακράν το σημαντικότερο πρόβλημα, αμέσως μετά όμως έρχονται η κρίση των θεσμών και η διαφθορά (31% και 21% αντίστοιχα στη δημοσκόπηση της Metron Analysis του Ιουνίου 2026). Τόσο γενικευμένη είναι η ηθική χρεοκοπία της κυβέρνησης, που κυβερνητικοί παράγοντες πανηγύριζαν για το ότι «τέσσερις μόνον» βουλευτές της διώκονται για το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ.
Αυτή η ηθική και πολιτική κατάπτωση προκύπτει αφενός από το αλαζονικό ύφος ιδιοκτήτη της χώρας (Μαξίμου ΑΕ, κατά τη διατύπωση της αείμνηστης Γεννηματά) και αφετέρου – και κυρίως – από την εργαλειοποίηση του κρατικού μηχανισμού. Η σύμφυρση ΕΥΠ και ελεγχόμενων από αυτήν ιδιωτών στο σκάνδαλο των υποκλοπών αλλά και η σχετική αβελτηρία της δικαστικής εξουσίας (με την τιμητική εξαίρεση του Πλημμελειοδικείου) αποτελούν το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα. Για τον λόγο αυτό στη δημοσκόπηση της εταιρείας ALCO του Μαΐου το 72% απαντά ότι στην Ελλάδα δεν υπάρχει Κράτος Δικαίου.
Και όμως, μέχρι σήμερα, κυριαρχούσε στην πολιτική ζωή της χώρας ένα μεγάλο παράδοξο: ενώ μια τέτοια κυβέρνηση θα έπρεπε να είναι προ πολλού ξεγραμμένη, δεν φαινόταν να αναδεικνύεται μια πειστική κυβερνητική λύση από κανένα κόμμα της αντιπολίτευσης.
Η παράταση του παραδόξου θα κατέληγε με βεβαιότητα σε αδιέξοδο: ενίσχυση της κρίσης νομιμοποίησης των θεσμών, γενίκευση της απαξίωσης της πολιτικής, ευρύτερος αναχωρητισμός απογοητευμένων πολιτών από την εκλογική και πολιτική διαδικασία. Εδώ έγκειται η σημασία του εγχειρήματος του Αλέξη Τσίπρα και της ΕΛΑΣ: φαίνεται ήδη ότι αντικειμενικά λειτουργεί ως καταλύτης για τη δημιουργία ενός εναλλακτικού κυβερνητικού πόλου, που μπορεί να ματαιώσει την τρίτη τετραετία Μητσοτάκη.
Βέβαια, η ανάδειξη της ΕΛΑΣ ως τέτοιου πόλου αποτελεί αναγκαία, όχι όμως και ικανή συνθήκη για μια προοδευτική κυβέρνηση. Σηματοδοτεί την αρχή του τέλους, δεν προδικάζει ωστόσο άφευκτα το τέλος της κυριαρχίας της ΝΔ. Προφανή πρόσθετη αναγκαιότητα αποτελεί η συνεργασία του ευρύτερου δημοκρατικού, προοδευτικού τόξου. Ακόμη σημαντικότερη είναι η ατομική (επαν)ενεργοποίηση του κάθε πολίτη: ο αναχωρητισμός ή η εκτόνωση μέσω των κοινωνικών δικτύων αποτελεί συνταγή για τη διαιώνιση του σημερινού καθεστώτος. Οπως το 1981, όπως το 2015, είναι υπερώριμη η χώρα για μια νέα πολιτική τομή.
Ο Γιώργος Κατρούγκαλος είναι καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου, πρ. υπουργός Εξωτερικών, ανεξάρτητος εμπειρογνώμονας του ΟΗΕ








