Τι είδαμε σε αυτό το Παγκόσμιο Κύπελλο που ολοκληρώνεται; Πολλές παραστάσεις μεγάλων παικτών, αλλά ελάχιστες τακτικές καινοτομίες. Στο Κατάρ τέσσερα χρόνια πριν αυτές ήταν πιο πολλές γιατί το Μουντιάλ είχε διεξαχθεί Δεκέμβριο: οι παίκτες ήταν σε καλύτερη κατάσταση. Τώρα έγινε κυρίως διαχείριση κουρασμένων παικτών. Θα έλεγα υποδειγματική. Αλλά αυτό και μόνο περιόρισε τις καινοτομίες.
Αμυνα
Αν έβγαινε ένα συμπέρασμα από το Μουντιάλ για ό,τι έχει να κάνει με την άμυνα θα έλεγε κανείς πως η άμυνα που βασίζεται σε τρεις κεντρικούς αμυντικούς έχει μετρημένες μέρες: μια τέτοια κρίση, ωστόσο, θα ήταν επιδερμική. Ο Σκαλόνι παρουσίασε μια Αργεντινή που ξεκίνησε το τουρνουά με δύο στόπερ (Λισάνδρο Μαρτίνεζ – Ρομέρο) και στην πορεία πρόσθεσε ως τρίτο τον αμυντικό μέσο Παρέδες: το πράγμα δεν άλλαξε πολύ – η Αργεντινή δεχόταν γκολ και φάσεις παρά τις αλλαγές αυτές.
Ο Τούχελ όταν χρειάστηκε η Αγγλία του να υπερασπιστεί το αβαντάζ απέναντι στο Μεξικό έβαλε τρίτο στόπερ (τον Στόουνς) χωρίς δεύτερη σκέψη. Δεν υπάρχει δογματισμός: όλα γίνονται για το αποτέλεσμα. Η Ιαπωνία και η Ολλανδία έπαιξαν και με τέσσερις και με πέντε αμυντικούς – κατά περίσταση. Το πράγμα δεν τους πήγε και τόσο καλά.
Στο ποδόσφαιρο του καιρού μας οι επιθέσεις είναι όλο και πιο κινητικές και σύντομα αυτή η συζήτηση για τον τρόπο άμυνας θα είναι ξεπερασμένη: ακόμα και οι προπονητές που ξεκινούν με τέσσερις στην άμυνα, όταν η ομάδα τους κάνει κατοχή μπάλας, αφήνουν ελεύθερους τους ακραίους μπακ – στη Γαλλία π.χ., όταν ξεκινούσαν ο Κουντέ και ο Ντίνιε κατέβαιναν και οι δύο και συγχρόνως με την προϋπόθεση ότι θα γινόταν καλή κατοχή μπάλας. Δεν έγινε απέναντι στους Ισπανούς και το πράγμα πληρώθηκε ακριβά.
Μόδα
Είδαμε πολύ συστήματα της τρέχουσας μόδας (το 4-2-3-1 πιο συχνά από τις παραλλαγές του 4-3-3), τα οποία ωστόσο δεν έχουν ως αποτέλεσμα ομάδες που έμοιαζαν πολύ: η Ελβετία π.χ., μικρή σχέση είχε με τη Νορβηγία παρά το κοινό κάπως πειραματικό 4-3-2-1.
Πολύ ενδιαφέρον είναι ότι πλέον το 4-2-3-1 δεν υιοθετείται γιατί απαραίτητα υπάρχει «δεκάρι» ή κάποιος ικανός να αγωνίζεται πίσω από το φορ, αλλά γιατί οι προπονητές που το χρησιμοποιούν θέλουν να έχει ο κεντρικός μέσος την ελευθερία να μετακινείται παίζοντας πολύ και στο πλάι ή ακόμα και γυρνώντας για να γίνει play maker: αυτό το έκανε και ο Τούχελ με τον Μπέλιγχαμ και ο Ντε λα Φουέντε με τον Ολμο και ο Αντσελότι με τον Πακετά. Ισως για αυτό είδαμε λίγο 3-5-2. Σε αυτό δεν υπάρχει μεγάλη τακτική ελευθερία των μέσων.
Μικρός
Ακόμα και οι πιο χαρισματικοί μέσοι, μοιάζουν να υπακούν σε ένα τακτικό πλάνο, στην καλύτερη των περιπτώσεων, στημένο πάνω τους. Τρεις ξεχώρισαν συνδυάζοντας δημιουργία και προσήλωση. Ο ένας είναι ο Ουναΐ που στο Μαρόκο έκανε πράματα και θάματα. Ο δεύτερος είναι ο Μπέλιγχαμ. Ο Σαουθγκέιτ παλιότερα τον έβαζε μπροστά από τον Ράις και δίπλα στον Χέντερσον, ο Τούχελ τον ελευθέρωσε πιο πολύ βάζοντας δίπλα στον Ράις τον Αντερσον.
Ετσι ο Μπέλιγχαμ είχε άνεση στις κινήσεις του και συχνά έφτανε δίπλα στον Χάρι Κέιν σε ρόλο δεύτερου φορ. Ο τρίτος ήταν ο γάλλος Ολίσε: έπαιξε στη Γαλλία ως «δεκάρι», αλλά και ως πλάγιος επιθετικός. Εδωσε παραστάσεις υπέροχες αλλά δεν ήταν καλός στο ματς κόντρα στους Ισπανούς και η Γαλλία το πλήρωσε. Καλός σε αυτό τον σύνθετο ρόλο και ο μικρότερος της διοργάνωσης, ο μεξικανός Χιλμπέρτο Μόρα.
Εδειξε μια κομψότητα με την μπάλα σχεδόν έμφυτη και έπαιξε τη θέση, όχι ως ντριμπλέρ ή μπουκαδόρος, αλλά με ένα παλιομοδίτικο τρόπο που μου θύμισε τους επιγόνους του Μαραντόνα (Αϊμάρ, Πιόχο Λόπεθ, Γκαγιάρδο, Ιμπαγάσα) που δεν είχαν συγκεκριμένη θέση, πλην όμως ήταν πάντα καλοί με την μπάλα. Την ερμηνεία του ρόλου του έξτρα χαφ που έρχεται στη γραμμή της επίθεσης, εκκινώντας από τις πίσω γραμμές την είδαμε και από τους Πούλισιτς (ΗΠΑ), Μπρούνο Φερνάντες (Πορτογαλία), Ζιγιέχ (Αλγερία), Μουσιάλα (Γερμανία), Ντε Μπρόινε (Βέλγιο), Χάμες Ροντρίγκεζ (Κολομβία). Αλλά όλοι ήταν κατώτεροι του αναμενόμενου.
Σέντερ φορ
Αργοπεθαίνει ο τόσο στη μόδα κάποτε ρόλος του «ψεύτικου 9». Πλέον αναζητούνται αληθινά σέντερ φορ. Οι τέσσερις ομάδες των ημιτελικών έφτασαν με τέτοιους. Ο κόουτς της Αργεντινής Σκαλόνι άργησε λίγο αλλά έριξε στη μάχη τον Αλβαρεζ δίπλα στον Μέσι. Η Αγγλία ήταν η ομάδα του Χάρι Κέιν. Στη Γαλλία τη διαφορά την έκανε ο Εμπαπέ. Η Ισπανία δούλευε για τον Οργιαθάμπαλ.
Τη Νορβηγία κουβάλησε ο Χάαλαντ, την Ολλανδία ο Μπρόμπι, το Βέλγιο τα πήγε καλά όταν ο Ντε Κατελάρε και ο Λουκάκου γέμισαν την αντίπαλη περιοχή, ενώ ο 35χρονος Χιμένεθ ήταν ο καλύτερος του Μεξικού. Οι κινητικοί φορ πήγαν καλύτερα από τους «στατικούς φορ περιοχής», κυρίως γιατί οι δεύτεροι δεν είχαν την πρέπουσα υποστήριξη: για να το πω αλλιώς οι Εμπόλο (Ελβετία), Σαϊμπάρι (Μαρόκο), Ντε Καταλάρε (Βέλγιο), Κούντου (Ιαπωνία), Χάβερτζ (Γερμανία) τα πήγαν καλύτερα από τον Ρονάλντο (Πορτογαλία), τον Τιάγκο (Βραζιλία), τον κουρασμένο Σαλάχ (Αίγυπτος) ή τον βαρύ Γιόκερες (Σουηδία).
Τίκι τάκα
Κατά τα άλλα είχαμε τη θριαμβευτική επιστροφή της επίθεσης χάρη στην κατοχή μπάλας. Το ισπανικό τίκι τάκα ήταν για τον Ντε λα Φουέντε λύση για όλα. Η Αργεντινή είχε 67% στα ματς των ομίλων – μετά το ποσοστό έπεσε, το ίδιο συνέβη και με την Αγγλία που είχε 65% στον πρώτο γύρο. Και οι δύο πάντως για να αποκλείσουν ομάδες όπως η Αίγυπτος, το Πράσινο Ακρωτήρι και το Κογκό στην κατοχή μπάλας στηρίχτηκαν. Από την άλλη, παρόλο που έκαναν τεράστια κατοχή μπάλας οι Πορτογάλοι και οι Γερμανοί δεν ικανοποίησαν. Δεν υπάρχει κανόνας: ο σκοπός είναι να ξέρεις τι να κάνεις με την μπάλα στα πόδια.
Θα λείψουν
Δεν είδαμε πολλούς νέους παίκτες: στο παγκοσμιοποιημένο μας ποδόσφαιρο είναι δύσκολο. Κυρίως είδαμε τα αντίο πολλών μεγάλων. Του Μέσι ήταν θεαματικό: στα 39 του έκανε τις καλύτερες εμφανίσεις του σε Μουντιάλ. Του Νεϊμάρ ήταν πικρό: κανείς δεν κατάλαβε γιατί ο Αντσελότι τον πήρε μαζί του. Του Ρονάλντο ήταν αφορμή για τεράστιες συζητήσεις. Του Μόντριτς ήταν αξιοπρεπέστατο. Του Σαλάχ εντός προγράμματος. Του Ντε Μπρόινε απογοητευτικό. Οπως και να έχει το πράγμα όλοι θα μας λείψουν…








