«Αυτή η εξέγερση είναι ένα δώρο του Θεού προς εμάς, επειδή θα αποτελέσει την αιτία για την εκκαθάριση των ενόπλων δυνάμεων». Η παραπάνω δήλωση ανήκει στον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν και έγινε λίγες μόλις ώρες μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα που εκδηλώθηκε πριν από δέκα χρόνια, την Παρασκευή 15 Ιουλίου 2016.

Αποτέλεσε δε τον προάγγελο όσων επρόκειτο να ακολουθήσουν: ένα πογκρόμ εναντίον όλων των πολιτικών αντιπάλων του, το οποίο έχει πολύ λίγα να ζηλέψει από εκείνα που είχαν εξαπολύσει στο παρελθόν οι στρατιωτικές δικτατορίες, ενώ ουσιαστικά συνεχίζεται μέχρι σήμερα.

Η ένοπλη απόπειρα που εκδηλώθηκε από μερίδα του στρατεύματος, άλλωστε, ήταν αυτή που του έδωσε το αναγκαίο πρόσχημα για να θέσει σε εφαρμογή ένα σχέδιο το οποίο είχε επεξεργαστεί πολύ νωρίτερα.

Την αξιοποίησε δε σε τέτοιο βαθμό προκειμένου να εδραιώσει την εξουσία του στο εσωτερικό της χώρας, ώστε έκανε αρκετούς να ισχυριστούν, πότε δημοσίως και ευθέως και πότε εμμέσως πλην σαφώς, ότι υπήρξε τόσο βολική για τον πρόεδρο της Τουρκίας ώστε εάν δεν είχε γίνει από κάποιους άλλους, θα μπορούσε να έχει οργανωθεί από τον ίδιο…

Το πογκρόμ της επόμενης ημέρας

Πράγματι, από την πρώτη κιόλας στιγμή που κατέστη φανερό ότι η προσπάθεια ανατροπής του δημοκρατικά εκλεγμένου Ερντογάν είχε αποτύχει, οι πιστές προς αυτόν μονάδες στις ένοπλες δυνάμεις και την αστυνομία ξεκίνησαν την αντεπίθεσή τους.

Στόχος τους ήταν οι «γκιουλενιστές», οι κούρδοι κοινωνικοί αγωνιστές, μαζί και όσοι τολμούσαν να τους στηρίξουν ή να διατυπώσουν ενστάσεις, όπως έκανε μεγάλο μέρος της προοδευτικής διανόησης. Ολοι αυτοί βαφτίζονταν συλλήβδην «εχθροί του έθνους και της δημοκρατίας» και διώκονταν με συνοπτικές διαδικασίες.

Έτσι, τις επόμενες ημέρες, εβδομάδες και μήνες, δεκάδες χιλιάδες δημόσιοι υπάλληλοι και στρατιωτικοί απολύθηκαν ή τέθηκαν σε διαθεσιμότητα, ενώ αρκετοί οδηγήθηκαν στις φυλακές και τα δικαστήρια.

Ιδιαιτέρως ισχυρό ήταν, μάλιστα, το πλήγμα που δέχθηκε η τουρκική πολεμική αεροπορία, η οποία θεωρήθηκε ως «άντρο» των πραξικοπηματιών και είδε πολλά έμπειρα στελέχη της (μαζί και πιλότους) να αποτάσσονται, αφήνοντας κενά που δεν έχουν καλυφθεί πλήρως μέχρι σήμερα. Επίσης, εκατοντάδες εκλεγμένοι δήμαρχοι και μέλη των δημοτικών Αρχών, κυρίως στις περιοχές με κουρδικό πληθυσμό, απομακρύνθηκαν από τις θέσεις τους και αντικαταστάθηκαν από έμπιστους προς τον πρόεδρο και το Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (ΑΚΡ).

Στο ίδιο φόντο, δεκάδες επιχειρήσεις βρέθηκαν υπό τον ασφυκτικό κλοιό των Αρχών, κατηγορούμενες για φορολογικές παραβάσεις, διαφθορά ή ακόμη και χρηματοδότηση «αντεθνικών στοιχείων». Ταυτόχρονα, εντάθηκε η προσπάθεια χειραγώγησης και ελέγχου των μέσων μαζικής ενημέρωσης, πολλά από τα οποία ήταν φιλικά προσκείμενα προς τους πραγματικούς μεγάλους αντιπάλους του Ερντογάν, τους κεμαλιστές και τον πολιτικό τους εκφραστή, το Ρεπουμπλικανικό Λαϊκό Κόμμα (CHP).

Οι Κούρδοι στο στόχαστρο

Οι επιπτώσεις του αποτυχημένου πραξικοπήματος υπήρξαν ορατές και σε επίπεδο εξωτερικής πολιτικής, με την Άγκυρα να υιοθετεί μια σαφώς πιο επιθετική και επεκτατική πολιτική. «Κλειδί» αποτέλεσε, αναμφίβολα, η απόφαση του Ερντογάν να θέσει οριστικά τέλος στην προσπάθεια ειρηνικής επίλυσης του Κουρδικού, καθώς εκτίμησε ότι η απειλή είχε μεγαλώσει. Δεν είναι τυχαίο ότι στις δύο εκλογικές αναμετρήσεις του 2015 – της χρονιάς πριν το πραξικόπημα – το κουρδικό HDP είχε σπάσει για πρώτη φορά το όριο του 10% και είχε αναδειχθεί σε τέταρτη δύναμη στη βουλή, ενώ τον Ιούνιο είχε στερήσει το ΑΚΡ από την αυτοδυναμία του.

Σε αυτό το πλαίσιο, η τουρκική κυβέρνηση – αφού πρώτα είχε «αποκεφαλίσει» το HDP – προχώρησε σε στρατιωτικές επεμβάσεις σε δύο γειτονικές χώρες, δημιουργώντας στο έδαφός τους τις αποκαλούμενες «ζώνες ασφαλείας», που ελέγχονταν από τουρκικές βάσεις και φυλάκια, χωρίς η κατάσταση να έχει αλλάξει μέχρι και σήμερα. Αφενός στο Ιράκ, όπου βρίσκονταν τα καταφύγια του Κουρδικού Εργατικού Κόμματος (ΡΚΚ) και αφετέρου στη Συρία, όπου δρούσε η «όμορη» με αυτό οργάνωση, οι αποκαλούμενες Μονάδες Προστασίας του Λαού (YPG).

Αξίζει, τέλος, να σημειωθεί ότι το πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου βάθυνε το ρήγμα που είχε ήδη δημιουργηθεί στις σχέσεις της Τουρκίας με τις Ηνωμένες Πολιτείες από τη στιγμή που είχε αναλάβει την εξουσία ο Ερντογάν, το 2003, καθώς μία από τις πρώτες του ενέργειες ήταν να αρνηθεί να συνδράμει τις αμερικανικές δυνάμεις στην εισβολή τους στο Ιράκ.

Οι σχέσεις με ΗΠΑ

Το γεγονός ότι ο Φετουλάχ Γκιουλέν ζούσε αυτοεξόριστος στις ΗΠΑ, ενώ η Ουάσιγκτον αρνούνταν τόσο να τον καταδικάσει όσο και να τον εκδώσει, ήταν η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι και τον «χειμώνα» ανάμεσα στους δύο πάλαι ποτέ στενούς ΝΑΤΟϊκούς εταίρους.

Ο Ερντογάν πύκνωσε τις επιθέσεις του κατά των Αμερικανών και των προέδρων τους – αρχικά τον Μπαράκ Ομπάμα, στη συνέχεια τον Ντόναλντ Τραμπ και μετά τον Τζο Μπάιντεν – με τις συνέπειες να μην αργούν να φανούν. Ηταν εκείνη η περίοδος, άλλωστε, που η Ουάσιγκτον «απέβαλε» την Τουρκία από το πρόγραμμα συμπαραγωγής των F-35 (επικαλούμενη την προμήθεια των ρωσικών S-400), ενώ επεδίωξε να πλήξει το «μαλακό υπογάστριο» του ισλαμικού συστήματος εξουσίας στην Τουρκία, με την υπόθεση του σκανδάλου της τράπεζας Halkbank.

Όσο για την Ευρώπη, η οποία βρισκόταν εν μέσω της μεγάλης προσφυγικής κρίσης του 2015-16 (στην αντιμετώπιση της οποίας η Τουρκία έπαιζε καθοριστικό ρόλο), επιχείρησε να τηρήσει λεπτές ισορροπίες. Έτσι, αν και στήριξε τον Ερντογάν απέναντι στους πραξικοπηματίες, απέφυγε να του δώσει «λευκή επιταγή», έχοντας προφανώς συνείδηση του τι θα ακολουθούσε.

Σε κάθε περίπτωση, το «ταμείο» δέκα χρόνια μετά το πραξικόπημα δείχνει να επιβεβαιώνει την αρχική εκτίμηση του Ερντογάν γι’ αυτό. Ηταν πράγματι ένα «δώρο του Αλλάχ».

Ποιος ήταν ο Φετουλάχ Γκιουλέν

Γεννημένος το 1941, ο Φετουλάχ Γκιουλέν ήταν ένας απλός ιμάμης το πρώτο μισό της ζωής του. Μετά την αποχώρησή του από τον ενεργό θρησκευτικό βίο το 1981, όμως, ήρθαν δύο δεκαετίες κατά τις οποίες ανέπτυξε ευρύτερες δραστηριότητες και είδε την επιρροή του να αυξάνει κατακόρυφα.

Παρότι δε το 1999 μετακόμισε στην Πενσιλβάνια των ΗΠΑ, όπου και ζούσε ως το τέλος του, το 2024, το επιχειρηματικό και οργανωτικό δίκτυο που είχε δημιουργήσει στην Τουρκία φέρεται να έπαιξε αποφασιστικό ρόλο στην άνοδο και εδραίωση του Ερντογάν και του ΑΚΡ στην εξουσία. Σε αντάλλαγμα, ο τελευταίος του διασφάλισε απαλλαγή από όλες τις κατηγορίες που τον βάραιναν και του πρόσφερε δημόσια ασυλία.

Το ρήγμα στις σχέσεις τους φαίνεται πως επήλθε – ή, έστω, έγινε αντιληπτό από τους πολλούς – το 2013. Ηταν η χρονιά που ήρθε στην επιφάνεια ένα μεγάλο σκάνδαλο που ενέπλεκε άμεσα την οικογένεια Ερντογάν, ενώ εκδηλώθηκε και η πρώτη μαζική διαμαρτυρία σε βάρος του, με την εξέγερση του Πάρκου Γεζί. Ο Ερντογάν, που είχε αρχίσει να αντιμετωπίζει τον Γκιουλέν ως απειλή και όχι ως σύμμαχο, μεταπήδησε στην προεδρία το 2014. Οσα ακολούθησαν έμοιαζαν προδιαγεγραμμένα…

Η άλλη όψη της Νατάσας Μπαστέα – Τι εξυπηρέτησε η αλλαγή του αφηγήματος

Ένα πραξικόπημα που άλλαξε το αφήγημα στην Τουρκία. Αυτό έκανε ο χειρισμός από το καθεστώς Ερντογάν της απόπειρας πραξικοπήματος πριν από δέκα χρόνια – συνέβαλε στο να δημιουργηθεί μια νέα μορφή αυταρχισμού προκειμένου να κυνηγηθούν οι «εχθροί του κράτους».

Όπως παρατήρησε ένα αναλυτής, «υπάρχει μεγάλη συζήτηση σχετικά με το πώς να ταξινομηθεί ένα καθεστώς που βρίσκεται σε διαρκή διαδικασία αυταρχικής εδραίωσης». Η απόπειρα πραξικοπήματος του 2016 έδωσε στην κυβέρνηση Ερντογάν τον ηχηρό ιδρυτικό μύθο και την ουσία που έλειπε από το σχέδιό της για τη «Νέα Τουρκία», παρέχοντας μια «επική» αφήγηση ηρώων, μαρτύρων και προδοτών που χαρακτήρισε κάθε αντιπολίτευση ως τρομοκρατία και ήρε κάθε όριο για την καταστολή.

Παρά το πογκρόμ των γκιουλενιστών από τις κρατικές υπηρεσίες, το κράτος επεκτάθηκε ραγδαία. Η απασχόληση στον δημόσιο τομέα αυξήθηκε από 3,56 εκατομμύρια το 2016 σε 5,37 εκατομμύρια μέχρι τον Μάρτιο του 2026, δημιουργώντας νέες εξαρτήσεις και μια υλική βάση για την ανθεκτικότητα του καθεστώτος.

Τα τελευταία 10 χρόνια η Τουρκία άλλαξε πιο πολύ απ’ όσο νομίζουμε.

ΣΧΟΛΙΑ
ΠΡΟΣΘΗΚΗ ΣΧΟΛΙΟΥ
0 /50
0 /2000
YouTube thumbnail