Οι Ηνωμένες Πολιτείες, εν μέσω Μουντιάλ,  γιόρτασαν 250 χρόνια ανεξαρτησίας. Συνεισφορά στο επίτευγμα σίγουρα διεκδικούν οι Αγγλοι (οι αρχικοί σπόνσορες), οι Γάλλοι (οι αρχικοί υποστηρικτές), οι Ισπανοί (οι αρχικοί διεκδικητές), οι ιθαγενείς (οι αρχικοί ιδιοκτήτες), και ίσως πολλοί άλλοι (Δανοί; Καναδοί; Μεξικάνοι;). Αφού τότε είμαστε απασχολημένοι (διαχείριση τουρκοκρατίας), οι δικές μας δάφνες περιορίζονται στη διανόηση.

Πόσοι δεν έχουμε ακούσει με περηφάνια ότι το Κογκρέσο εξέτασε τα ελληνικά ως επίσημη γλώσσα, το θέμα τέθηκε σε ψηφοφορία και χάσαμε (εμείς, δηλαδή τα ελληνικά) για μία ψήφο; Η κρίσιμη ψήφος, μάλιστα ήταν επώνυμη, συνεχίζει η ιστορία, αφού ο Βενιαμίν Φραγκλίνος ήταν εκείνος που μας καταδίκασε.

Η ιστορία αυτή επαναλαμβάνεται και δεν λέει να μας αφήσει. Με τη λογική ότι «δεν υπάρχει καπνός χωρίς φωτιά», τίθενται δύο ερωτήματα:  Πρώτον, από πού ξεκινά η ιστορία και γιατί επιμένει; Δεύτερον, τι θα γινόταν αν δεν είχαμε χάσει;

Η Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας διακατέχεται από αντι-αγγλικό μένος. Δεν θα ήταν παράλογο να αναζητηθεί εναλλακτική γλώσσα (εδώ βρέθηκε εναλλακτικό ποδόσφαιρο!). Ακόμη και αν σκεφτούμε ότι ούτε το Βατικανό δεν είχε ορίσει επίσημη γλώσσα. Και όμως, η ιστορία επιμένει, αναφέροντας τόπο (Φιλαδέλφεια) και ημερομηνία της κρίσιμης ψήφου (13/1/1795).

Πράγματι, υπήρξε ψήφος, αλλά αφορούσε τα γερμανικά (αρχίζουν από «G»).  Aπέρριψε αίτημα γερμανόφωνων να τυπωθούν κάποιοι τελωνειακοί νόμοι σε μετάφραση. Ο λόγος ήταν πεζός: το κόστος εκτύπωσης…

Ισχύει πάντα, βεβαίως, το se non è vero, è ben trovato. Η ρήση του φιλοσόφου Giordano Bruno παραφράζεται ως «Και να μην είναι αλήθεια, θα έπρεπε να είναι». Τι θα είχε γίνει, λοιπόν, αν είχαν, όντως, υπερισχύσει κατά το 1795 τα ελληνικά;

Μια εποχή κατά την οποία οι ειδήσεις και οι τηλεοπτικές σειρές βρίθουν από εναλλακτικές πραγματικότητες, πόσο διαφορετικός και, συγκεκριμένα, πόσο καλύτερος, θα ήταν ο κόσμος αν η επίσημη γλώσσα των Ηνωμένων Πολιτειών ήταν τα ελληνικά; Το ερώτημα αυτό αναλύεται σε τρία υποερωτήματα. Ενδεικτικά:

Πρώτον, πόσο καλύτερα θα ήταν για εμάς; Δεν θα υπήρχε ανεργία (προσλήψεις μεταφραστών και διερμηνέων). Θα είχε λυθεί το κυκλοφοριακό της Αθήνας (για τον ίδιο λόγο). Αφού η Ουάσιγκτον θα ήταν η Αθήνα της Δύσης, η Αθήνα θα γινόταν το LA της Ανατολής (και έτσι δεν θα χρειαζόταν μετρό στα Εξάρχεια).

Από την άλλη, όμως, θα έκλειναν τα φροντιστήρια και θα χανόντουσαν τα grenglish.

Δεύτερον, πόσο καλύτερα θα ήταν για αυτούς; Θα γινόταν εμφύλιος για τη γλώσσα (καθαρεύουσα/δημοτική) και όχι για λιγότερα σημαντικά θέματα. Θα καθιερωνόταν η μεσογειακή διατροφή στα diners.  Αντί για μπλουζ και μπάντζο, θα είχαν ρεμπέτικα και μπαγλαμάδες. Ειδικά ο πρόεδρος Τραμπ, θα είχε πρόσβαση σε ευρύτερο λεξιλόγιο, αλλά και πιο δεκτικό κοινό που ξενυχτάει.

Τέλος, πόσο καλύτερα θα ήταν για τον υπόλοιπο κόσμο;  Η υπερδύναμη θα τους άφηνε ησύχους – ασχολούμενη με το γλωσσικό και την Γ’ κλίση. Η γλωσσική ανάλυση των εντολών και ανακοινώσεων στον ΟΗΕ θα δημιουργούσε θέσεις εργασίας. Θα αναβαθμιζόταν ο ρόλος των γιατρών (οι ελληνικές λέξεις στην ορολογία).  Η τεχνητή νοημοσύνη θα ήταν πιο ανθρώπινη, αφού (όπως μάθαμε στα σχολεία) οι κανόνες της γραμματικής και το συντακτικό είναι η καλύτερη προετοιμασία για όλα τα επαγγέλματα και τις επιστήμες.

Αχ, βρε Φραγκλίνε, τι χάσατε!…

Ο Πλάτων Τήνιος είναι οικονομολόγος, ομότιμος καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Πειραιά.

ΣΧΟΛΙΑ
ΠΡΟΣΘΗΚΗ ΣΧΟΛΙΟΥ
0 /50
0 /2000
YouTube thumbnail