«Πόσο προετοιμασμένη είναι η Ευρώπη για έναν κόσμο ακραία υψηλών θερμοκρασιών;», είναι το ερώτημα που θέτει ρεπορτάζ των «Financial Times». Επικαλούμενο, παράλληλα, δήλωση της αναπληρώτριας διευθύντριας της υπηρεσίας «Κοπέρνικος» της ΕΕ, Σαμάνθα Μπούργκες, σύμφωνα με την οποία «η Ευρώπη θερμαίνεται με ρυθμό υπερδιπλάσιο σε σύγκριση με τον παγκόσμιο μέσο όρο και οι Ευρωπαίοι εκτίθενται σε μεγαλύτερο θερμικό στρες».
Δεν πρόκειται, προφανώς, για καινοφανή ερωτήματα και διαπιστώσεις – ειδικά μετά τον «καυτό» Ιούνιο που προηγήθηκε και τα αλλεπάλληλα κύματα καύσωνα που αναμένεται πως θα πλήξουν την Ευρώπη αυτό το καλοκαίρι. Εχοντας ως συνέπεια, μάλιστα, μόνο στη Γαλλία να καταγραφούν περισσότεροι από 2.000 «υπεράριθμοι» θάνατοι (από τον συνήθη μέσο όρο του μήνα), που αποδίδονται στις ασυνήθιστα υψηλές θερμοκρασίες.
Σε αυτό το φόντο, το βασικό ερώτημα είναι το «Τι να κάνουμε;». Και, μάλιστα, όχι μόνο για να αντιμετωπίσουμε μεσο-μακροπρόθεσμα το φαινόμενο, αλλά και για να διαχειριστούμε τις άμεσες, καθημερινές του συνέπειες.
Ενώ, όμως, σε Ελλάδα και Ιταλία η απάντηση φαντάζει περίπου αυτονόητη – περιορισμός σε χώρους που ψύχονται και συνεχής χρήση κλιματιστικών – για μεγάλο μέρος της Ευρώπης αυτό δεν ισχύει. Όπως εξηγεί σε δικό της ρεπορτάζ η ιταλική «Il Sole 24 Ore», η μη διαδεδομένη χρήση του κλιματισμού δεν οφείλεται μόνο στις υπάρχουσες συνήθειες, αλλά «προκύπτει από μια σειρά άλλους παράγοντες, όπως οι περιορισμοί από τα πολεοδομικά σχέδια, οι κανόνες για την προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς, τα καταστατικά των πολυκατοικιών, ακόμη και οι διαμαρτυρίες από τους γείτονες».
Την ίδια στιγμή, έχει ξεσπάσει και πολιτική αντιπαράθεση, η οποία οξύνεται διαρκώς. Πρωταγωνιστικό ρόλο, μάλιστα, παίζει η Ακροδεξιά, η οποία ισχυρίζεται πως αποδεικνύονται εκ νέου οι καταστροφικές συνέπειες της «πράσινης» πολιτικής. Η συγκεκριμένη πολιτική πτέρυγα θεωρεί, πιθανότατα, ότι της παρουσιάζεται μια ακόμη πρώτης τάξης ευκαιρία – μετά την περίοδο της Covid-19 και των lockdown – για να παρουσιαστεί ως δύναμη που βρίσκεται στο πλευρό των πολλών και των αδύναμων.
Η Ακροδεξιά παίρνει το όπλο της
Για του λόγου το αληθές, λίγες ώρες αφότου τα θερμόμετρα στη Γερμανία κατέγραψαν τη συντριβή των προηγούμενων ρεκόρ, ο εκπρόσωπος της AfD διακήρυξε ότι το κόμμα του θα κάνει τα πάντα ώστε οι άνθρωποι «να πάψουν να θυσιάζονται στον βωμό» της κυρίαρχης ιδεολογίας. «Η υστερία που επικρατεί για το κλίμα οδηγεί σε περισσότερους θανάτους εξαιτίας της ζέστης, εξαιτίας δομικών ιδεολογικών σφαλμάτων, όπως αυτό που υποστηρίζει τη μη χρήση κλιματιστικών», είπε.
Ανάλογη στάση τηρεί η Εθνική Συσπείρωση της Μαρίν Λε Πεν και του Ζορντάν Μπαρντελά στη Γαλλία. Δεν διστάζει, μάλιστα, να ανάγει το θέμα του κλιματισμού σε ένα από τα κεντρικά στοιχεία της πολιτικής αντιπαράθεσης ενόψει των προεδρικών (ενδεχομένως και βουλευτικών) εκλογών του 2027, κατηγορώντας την κυβέρνηση Μακρόν και την Αριστερά για «εμμονές» που κοστίζουν ζωές.
«Η εγκατάσταση περισσότερων κλιματιστικών δεν μπορεί να οδηγεί στην εγκατάλειψη των πολιτικών που έχουν στόχο να αντιμετωπίσουν τα αίτια για την αύξηση της θερμοκρασίας», προειδοποιούν αρκετοί. Χωρίς, βεβαίως, να πείθουν την Ακροδεξιά, η οποία κλιμακώνει τις επιθέσεις της. Εχοντας ως σύμμαχο τον Ιλον Μασκ, ο οποίος παρεμβαίνει και εδώ, επικαλούμενος το γεγονός ότι το 90% των κατοικιών στις ΗΠΑ διαθέτουν συστήματα ψύξης, με αποτέλεσμα να σώζονται χιλιάδες ζωές Αμερικανών.
Αξίζει, τέλος, να σημειωθεί ότι η υπόθεση έχει και οικονομική διάσταση. «Η Ευρώπη μαθαίνει πως είναι δύσκολο να ξεκινήσει ένα εμπορικό πόλεμο με την Κίνα στη διάρκεια ενός καύσωνα», έγραφε κυνικά η «Wall Street Journal» – υπενθυμίζοντας ότι τα κινεζικά προϊόντα κλιματισμού καλύπτουν το 40% περίπου της παγκόσμιας ζήτησης. Ακόμη και η «Hurriyet» έφτασε να πανηγυρίζει, τονίζοντας ότι τα «made in Turkey» κλιματιστικά έχουν γίνει περιζήτητα στην Ευρώπη και αποδεικνύουν πόσο χρήσιμη μπορεί να είναι η Τουρκία για την ΕΕ…
Η ζωή σε μια Ευρώπη που μοιάζει με… φούρνο
Η καθημερινότητα εκατομμυρίων Ευρωπαίων αλλάζει με πρωτόγνωρη ταχύτητα. Οι αλλεπάλληλοι καύσωνες δοκιμάζουν τις αντοχές των πολιτών και τις υποδομές χωρών που επί δεκαετίες είχαν μάθει να αντιμετωπίζουν κυρίως το κρύο. Τα σπίτια, άλλωστε, είναι κατασκευασμένα ώστε να συγκρατούν τη θερμότητα τον χειμώνα, ο κλιματισμός παραμένει εξαίρεση, ενώ συχνά τα ιστορικά κτίρια δεν επιτρέπεται να τροποποιηθούν.
Οι εικόνες είναι πρωτόγνωρες και οι τέσσερις μαρτυρίες στα «ΝΕΑ» συγκλίνουν σε ένα συμπέρασμα: ο καύσωνας δεν αντιμετωπίζεται πλέον ως μια προσωρινή δοκιμασία του καλοκαιριού. Οσο οι ακραίες θερμοκρασίες γίνονται συχνότερες τόσο πιο επιτακτική γίνεται η ανάγκη προσαρμογής σε μια πραγματικότητα που μέχρι πριν από λίγα χρόνια έμοιαζε αδιανόητη.

Λονδίνο
«Η ζωή μας έχει αλλάξει πλήρως»
Ο Ιντριτ Σέναϊ, που ζει και εργάζεται τα τελευταία δέκα χρόνια στο Λονδίνο, μας λέει: «Η μεγαλύτερη θερμοκρασία που είχα δει όταν ήρθα εδώ ήταν περίπου 32 βαθμοί. Τώρα ξεπερνάμε τους 35 και με την υγρασία η αίσθηση είναι πολύ χειρότερη. Δεν υπάρχουν κλιματιστικά στα περισσότερα σπίτια, ούτε στους χώρους εργασίας ούτε στα μέσα μεταφοράς. Ακόμη και οι συζητήσεις μας περιστρέφονται γύρω από τον καύσωνα. Μιλάμε για τις ακυρώσεις των τρένων, για την τηλεργασία, για το πώς μπορεί να γίνει βιώσιμη αυτή η κατάσταση». Και συνεχίζει: «Οι ανεμιστήρες έχουν εξαντληθεί και τα φορητά κλιματιστικά είναι δυσεύρετα και πανάκριβα. Ταυτόχρονα, πολλά βικτωριανά κτίρια δεν μπορούν να αποκτήσουν εξωτερικές μονάδες κλιματισμού επειδή προστατεύονται αρχιτεκτονικά. Στη δουλειά πλέον επιτρέπονται σορτς και κοντομάνικα, ενώ έχουν αυξηθεί τα μικρά διαλείμματα. Το πιο δύσκολο, όμως, είναι να αποδεχτείς ότι ίσως αυτή είναι πλέον η νέα πραγματικότητα για το Λονδίνο».
Παρίσι
Οι πιο ευάλωτοι πληρώνουν το τίμημα
Στη γαλλική πρωτεύουσα, ο εκπαιδευτικός Νίκος Γραικός, που ζει εκεί εδώ και 42 χρόνια, λέει ότι η πόλη αποδείχθηκε λιγότερο έτοιμη από όσο πίστευε. «Μένω σε ένα παλιό διαμέρισμα με τσίγκινη στέγη και χωρίς μόνωση. Παρά τις προετοιμασίες του δήμου, η κατάσταση αποδείχθηκε πολύ δύσκολη. Οι θερμοκρασίες μέσα στο σπίτι ήταν αφόρητες. Εκδηλώσεις ακυρώνονται, εξετάσεις σε σχολεία και πανεπιστήμια διαταράσσονται και ολόκληρος ο εκπαιδευτικός κόσμος προσπαθεί να προσαρμοστεί». Τονίζει δε ότι «εκείνοι όμως που δυσκολεύονται περισσότερο είναι οι οικονομικά ασθενέστεροι. Ζουν σε παλιά διαμερίσματα, δεν μπορούν να αγοράσουν φορητό κλιματιστικό και σε πολλές περιοχές, όπως η δική μου, δεν επιτρέπεται η εγκατάσταση εξωτερικών μονάδων. Για δύο ημέρες φιλοξενήθηκα σε κλιματιζόμενη αίθουσα του δημαρχείου, που είχε ανοίξει ειδικά για τους κατοίκους. Πριν από λίγα χρόνια κάτι τέτοιο θα έμοιαζε αδιανόητο για το Παρίσι».
Χάγη
Σπίτια φτιαγμένα για τον χειμώνα
Ο Δημήτρης Παυλόπουλος, που ζει και εργάζεται στην Ολλανδία επί 23 χρόνια, περιγράφει πρωτόγνωρες συνθήκες. «Τα σπίτια εδώ είναι φτιαγμένα για να κρατούν τη ζέστη μέσα και όχι έξω. Επιστρέφεις στο σπίτι και αισθάνεσαι ότι μπαίνεις σε σάουνα. Δεν βιώνουν όλοι το ίδιο την κατάσταση. Οσοι μένουν σε μικρά διαμερίσματα χωρίς μπαλκόνι υποφέρουν περισσότερο, ενώ όσοι διαθέτουν δικό τους σπίτι μπορούν ευκολότερα να κάνουν παρεμβάσεις. Κλιματισμός δεν υπάρχει παντού και ακόμη κι όταν υπάρχει, δεν είναι πάντα αρκετός. Το μεγαλύτερο πρόβλημα είναι ότι ακόμη και αν θέλει κάποιος να βάλει κλιματιστικό, στις περισσότερες πολυκατοικίες απαιτείται η έγκριση όλων των συνιδιοκτητών. Πρόκειται για μια διαδικασία που μπορεί να διαρκέσει μήνες. Αυτό που μας απασχολεί πλέον δεν είναι αν θα ξανάρθει ο καύσωνας, αλλά πότε».
Βαλένθια
«Δεν μπορούμε να κάνουμε ούτε μια βόλτα»
Ακόμη και στην Ισπανία, όπου οι υψηλές θερμοκρασίες δεν είναι ασυνήθιστες, οι κάτοικοι μιλούν για ένα καλοκαίρι διαφορετικό από κάθε άλλο. «Είναι το πιο ζεστό που έχω ζήσει», μας λέει ο 22χρονος φοιτητής μουσικής Φαμπιάν Λόπεθ. «Η θερμοκρασία φτάνει τους 44 βαθμούς και είναι περίπου δέκα βαθμούς υψηλότερη από πέρυσι. Τις τελευταίες ημέρες δεν μπορούμε να κάνουμε σχεδόν τίποτα. Ακόμη και μια απλή βόλτα με έναν φίλο είναι δύσκολη. Οι δρόμοι αδειάζουν, αποφεύγουμε κάθε χώρο χωρίς κλιματισμό και περιορίζουμε τις μετακινήσεις στις απολύτως απαραίτητες. Στο μπαλκόνι μου δεν αντέχω να σταθώ πάνω από δύο λεπτά. Αυτό που με ανησυχεί περισσότερο είναι το μέλλον. Αν αυτές οι θερμοκρασίες γίνουν ο κανόνας, τότε πρέπει να αλλάξει ριζικά ο τρόπος που ζούμε».








