Παρά τις πομπώδεις τελετές και τα εγκώμια που επιδαψίλευσαν εις αλλήλους οι πρόεδροι των Ηνωμένων Πολιτειών και της Τουρκίας Ντόναλντ Τραμπ και Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, η Σύνοδος Κορυφής του ΝΑΤΟ στην Αγκυρα δεν εξελίχθηκε σε καταλύτη για την επανεκκίνηση των αμερικανοτουρκικών σχέσεων. Η έκφραση των θετικών προθέσεων του προέδρου Τραμπ ως προς την Τουρκία και τον πρόεδρό της και η υποστήριξή του τόσο προς την άρση των κυρώσεων CAATSA (Countering America’s Adversaries Through Sanctions Act), είχαν επαναληφθεί και κατά το παρελθόν, χωρίς να οδηγήσουν στην υπέρβαση των δομικών κωλυμάτων τα οποία έχουν συσσωρευθεί στις διμερείς αμερικανοτουρκικές σχέσεις κατά τα τελευταία έτη.

Αυτό που θα άλλαζε τις ισορροπίες και θα έδειχνε όντως ότι η Τουρκία επιστρέφει θα ήταν η ανακοίνωση μιας διακομματικής πρωτοβουλίας στο Κογκρέσο για την άρση των κυρώσεων σε συνδυασμό με μια ανακοίνωση της Τουρκίας για την απομάκρυνση των ρωσικών συστοιχιών πυραύλων S-400 από το έδαφός της. Η αγορά των S-400 την επαύριον της αποπείρας πραξικοπήματος της 15ης Ιουλίου 2016 υπήρξε η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι των αμερικανοτουρκικών σχέσεων και επέτρεψε την επιβολή κατά της Τουρκίας κυρώσεων βάσει του ομοσπονδιακού νόμου CAATSA που αφορούσε τα κράτη που συνεργάζονται με κράτη-αντιπάλους των Ηνωμένων Πολιτειών, όπως η Βόρειος Κορέα, το Ιράν και η Ρωσία.

Απαντώντας προ δύο εβδομάδων σε ερώτηση σχετικώς με την πιθανότητα επιστροφής της Τουρκίας στο πρόγραμμα συμπαραγωγής των αεροσκαφών F-35 και άρσεως των περιορισμών στην πώλησή τους, ο αντιπρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών Τζέι Ντι Βανς είχε υπογραμμίσει ότι «το ζήτημα μελετάται, διότι υπάρχουν συγκεκριμένα πράγματα που πρέπει να βεβαιώσουμε ότι έχουν γίνει… ώστε να συμμορφωθούμε με τον αμερικανικό νόμο». Τούτο δείχνει ότι και εντός της αμερικανικής κυβερνήσεως αναζητείται φόρμουλα η οποία δεν βασίζεται στην κατάργηση αλλά στην εφαρμογή του νόμου CAATSA. Η πιθανή μετεγκατάσταση των πυραύλων S-400 θα ήρε τη γενεσιουργό αιτία του αποκλεισμού της Τουρκίας από το πρόγραμμα συμπαραγωγής αλλά και την προμήθεια των F-35. Θα ενίσχυε, επιπλέον, τη νομιμοποίηση μιας τέτοιας πρωτοβουλίας ενώπιον της αμερικανικής πολιτικής ηγεσίας και κοινής γνώμης, η οποία εν αντιθέσει με τον πρόεδρο Τραμπ, επιμένει να θεωρεί τη Ρωσία ως αντίπαλο.

Τούτο δεν αποκλείει βεβαίως μονομερείς πρωτοβουλίες του προέδρου Τραμπ προς την κατεύθυνση της άρσεως ή και ελαφρύνσεως των κυρώσεων κατά της Τουρκίας, αν και η τύχη τους παραμένει αμφίβολη χωρίς τη σύμπηξη μιας διακομματικής πλειοψηφίας στο Κογκρέσο. Ο χρόνος πάντως φαίνεται να τρέχει εις βάρος της επιτυχίας μιας τέτοιας πρωτοβουλίας. Οι επικείμενες αμερικανικές εκλογές για την εκλογή του συνόλου της Βουλής των Αντιπροσώπων και του ενός τρίτου των μελών της Γερουσίας προοιωνίζονται δύσκολες για τον πρόεδρο Τραμπ και το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα.

Δεδομένης της απογοητεύσεως της αμερικανικής κοινής γνώμης από την πρώτη διετία της δευτέρας θητείας Τραμπ, η απώλεια της ρεπουμπλικανικής πλειοψηφίας στη Βουλή των Αντιπροσώπων είναι πολύ πιθανή, ενώ δεν είναι αδύνατη η αλλαγή της πλειοψηφίας και στη Γερουσία. Ενα Κογκρέσο υπό τον μερικό ή πλήρη έλεγχο των Δημοκρατικών θα ήταν πολύ περισσότερο ευαίσθητο στην εμπέδωση του αυταρχισμού στην Τουρκία, όσο και στην επιδίωξη της τελευταίας να καλλιεργήσει τη στρατηγική της αυτονομία έναντι της Δύσεως.

Αν όντως ο πρόεδρος Τραμπ εννοεί τις δηλώσεις του, θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει μια σχετική πρωτοβουλία της Τουρκίας εντός των προσεχών εβδομάδων για την πώληση ή έστω την εγκατάστασή των S-400 εκτός των συνόρων της Τουρκίας ως αφορμή για την επανεκκίνηση των σχέσεων. Εκεί βεβαίως η κινητοποίηση τόσο του ελληνικού όσο – και κυρίως – του ισραηλινού λόμπι θα έχει σημασία, καθώς κάθε μέλος του Κογκρέσου θα σταθμίσει την επίδραση της ψήφου του στην πιθανότητα επανεκλογής του κατά τις προσεχείς εκλογές.

Ο Ιωάννης Ν. Γρηγοριάδης είναι αναπληρωτής καθηγητής του Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης του Πανεπιστημίου Μπίλκεντ και Επικεφαλής του Προγράμματος Τουρκίας του ΕΛΙΑΜΕΠ

ΣΧΟΛΙΑ
ΠΡΟΣΘΗΚΗ ΣΧΟΛΙΟΥ
0 /50
0 /2000
YouTube thumbnail