Μια παραγγελία υψηλής ραπτικής, κόστους τριών εκατομμυρίων γαλλικών φράγκων. Κομμάτια μουσελίνας, καρφιτσωμένα για περισσότερα από εξήντα χρόνια πάνω σε πατρόν του διάσημου Ζαν Ντεσσές. Πρεσβείες που μεταφέρουν φακέλους με σχέδια φορεμάτων μεταξύ Παρισιού και Αθήνας. Και μια γυναίκα, η Μαίρη Καρόλου, ο πιο έμπιστος άνθρωπος στο πλευρό της Φρειδερίκης και σύνδεσμος του Παλατιού με τις ΗΠΑ, να συντονίζει κάθε λεπτομέρεια εκ μέρους της βασίλισσας.

Ο ελληνικής καταγωγής Ζαν Ντεσσές μεσουράνησε στη διεθνή μόδα την περίοδο 1940-1960 ντύνοντας ευρωπαίες γαλαζοαίματες και σταρ του κινηματογράφου, όπως τη Ρίτα Χέιγουορθ και τη Μάρλεν Ντίτριχ
Θα μπορούσαν να αποτελούν σκηνές μυθιστορήματος. Είναι όμως πραγματικά τεκμήρια που βρέθηκαν μέσα σε έναν φάκελο, άγνωστο μέχρι πρότινος, ο οποίος έρχεται σήμερα για πρώτη φορά στο φως μέσα από «ΤΑ ΝΕΑ». Ο φάκελος εντοπίστηκε πριν από λίγο καιρό στα Γενικά Αρχεία του Κράτους, κατά την ψηφιοποίηση του αρχείου των τέως βασιλικών ανακτόρων, και είχε περάσει απαρατήρητος για δεκαετίες.

11 Απριλίου 1959: Στο επιστολόχαρτο με το λογότυπο των Βασιλικών Ανακτόρων η Φρειδερίκη, διά χειρός Μαίρης Καρόλου, ζητεί από τον σχεδιαστή Ζαν Ντεσσές ένα μακρύ μαύρο φόρεμα για την επικείμενη επίσκεψή της στον Πάπα Ιωάννη ΚΓ’
Περιλαμβάνει εκατοντάδες επιστολές, κοστολογημένες παραγγελίες, σχέδια υψηλής ραπτικής, δείγματα υφασμάτων και την αλληλογραφία του σχεδιαστή Ζαν Ντεσσές με τη βασιλική οικογένεια της Ελλάδας, την περίοδο 1953-1961. Μέσα από την ανάγνωσή τους αποκαλύπτεται ένας ολόκληρος μηχανισμός που εργαζόταν πυρετωδώς για τη διαμόρφωση της δημόσιας εικόνας της βασιλικής οικογένειας· ένα δίκτυο ανθρώπων που ασχολούνταν με βασιλικά φορέματα, ταγέρ και γούνες σε μία από τις πιο αντιφατικές περιόδους της ελληνικής Ιστορίας: την ώρα που οι πληγές του Εμφυλίου παρέμεναν ανοιχτές, το Κυπριακό κυριαρχούσε στην πολιτική ατζέντα, χιλιάδες αριστεροί πολίτες εξακολουθούσαν να ζουν υπό καθεστώς διωγμών και δεκάδες χιλιάδες Ελληνες έπαιρναν τον δρόμο της μετανάστευσης, για να ξεφύγουν από τη φτώχεια…
«Ο βασιλιάς της μουσελίνας»
Ο ελληνικής καταγωγής Ζαν Ντεσσές μεσουράνησε στη διεθνή μόδα την περίοδο 1940-1960, ντύνοντας ευρωπαίες γαλαζοαίματες και σταρ του κινηματογράφου, όπως τη Ρίτα Χέιγουορθ και τη Μάρλεν Ντίτριχ. Εμεινε γνωστός ως «ο βασιλιάς της μουσελίνας», ενώ στο ατελιέ του στο Παρίσι μαθήτευσαν, μεταξύ άλλων, δύο θρύλοι της υψηλής ραπτικής, ο Γκι Λαρός και ο Βαλεντίνο.

«Ελαβα την παραγγελία της Α.Μ. της Βασιλίσσης για τα δύο βραδινά φορέματα. Δυστυχώς δεν θα μπορέσουμε να τα ετοιμάσουμε για την 1η Ιουλίου», γράφει ο Ντεσσές το 1954. Η βασίλισσα επειγόταν – η ημερομηνία δεν ήταν τυχαία. Λίγες εβδομάδες αργότερα, τον Αύγουστο του 1954, η Φρειδερίκη θα υλοποιούσε μία από τις πιο διάσημες πρωτοβουλίες της: τη μεγάλη Βασιλική Κρουαζιέρα (Royal Cruise) με το πλοίο «Αγαμέμνων», φιλοξενώντας 100 μέλη βασιλικών οικογενειών της Ευρώπης – μια πρωτοβουλία που προκάλεσε έντονες αντιδράσεις, λόγω του τεράστιου κόστους που επωμίστηκε ο ελληνικός λαός για την αναψυχή των γαλαζοαίματων.

Σχέδια υψηλής ραπτικής του διάσημου μόδιστρου Ζαν Ντεσσές φτιαγμένα για τη βασιλική οικογένεια της Ελλάδας τις δεκαετίες 1950-1960
Στις επιστολές «σκιαγραφούνται» και άλλες ιστορικές στιγμές, όπως αυτή τον Απρίλιο του 1959, όταν τα Ανάκτορα πληροφορούν τον διάσημο σχεδιαστή ότι η βασίλισσα θα χρειαστεί «μακρύ μαύρο φόρεμα για την επίσκεψίν της εις τον Πάππαν». Πράγματι, η επίσημη επίσκεψη του Παύλου και της Φρειδερίκης στη Ρώμη τον Μάιο του 1959 καλύφθηκε εκτενώς από τον Τύπο της εποχής. Στα φωτογραφικά ντοκουμέντα η Φρειδερίκη εμφανίζεται ντυμένη, σύμφωνα με το πρωτόκολλο του Βατικανού, φορώντας το μακρύ μαύρο φόρεμα και τη χαρακτηριστική μαύρη μαντίλα, στερεωμένη με τιάρα.
Οι «ειδικές τιμές»
Η ανταλλαγή επιστολών είναι πολύ συχνή. «Παρακαλώ κύριον Ντεσσέ, όπως αποστείλη αμέσως νέα croquis διά μεγάλα βραδινά διά τη μεγαλειότατη και την πριγκίπισσαν Σοφίαν καθόσον τα αποσταλέντα δεν ευρέθησαν της απολύτου αρεσκείας. Αποστέλλω γραπτώς παραγγελίαν», διαβάζουμε σε τεκμήριο με ημερομηνία 23 Μαΐου 1957, ενώ την ίδια χρονιά ο Ντεσσές στέλνει απάντηση σε ερώτηση που του τέθηκε: «Για την άσπρη γούνινη etol της Α.Μ. της Βασιλίσσης χρειάζονται 16 δέρματα αρρένος βιζόν – για να γίνει η εν λόγω etol στοιχίζει 100.000 φράγκα. Για το μπολερό vison sauvage χρειάζονται 42 δέρματα άρρενος βιζόν και στοιχίζει 250.000 φράγκα».
Οι τιμές καταγράφονται αναλυτικά στις επιστολές του οίκου Ντεσσές. Εντύπωση προκαλούν τα αιτήματα του Παλατιού για «ειδικές τιμές λόγω μεγάλης παραγγελίας», αλλά και οι επιφυλάξεις για την αγορά ορισμένων δημιουργιών εξαιτίας της «υψηλής τιμής τους μετά τη νομισματική μεταρρύθμιση». Σε έναν από τους λογαριασμούς, το συνολικό κόστος των παραγγελιών φτάνει – ακόμη και μετά την έκπτωση – τα 2.945.000 γαλλικά φράγκα. Την εποχή που ένας χαμηλόμισθος εργαζόμενος στην Ελλάδα αμειβόταν με περίπου 1.000 δραχμές τον μήνα, το ποσό αυτό αντιστοιχούσε σε περισσότερους από 200 μηνιαίους μισθούς.
Η υπογράφουσα των επιστολών
Τις επιστολές υπογράφει συνήθως η Μαίρη Χ. Καρόλου, η οποία είχε τους τίτλους της Μεγάλης Κυρίας της Αυλής και της Κυρίας των Τιμών. Στην πραγματικότητα ήταν κάτι πολύ περισσότερο από αυτό. Αμερικανικής καταγωγής, θεωρούνταν μία από τις πιο κομψές και επιδραστικές προσωπικότητες του στενού κύκλου των ανακτόρων. Είχε την ευθύνη της οργάνωσης των επίσημων υποδοχών, των ανακτορικών ακροάσεων και των εθιμοτυπικών καθηκόντων της Αυλής, συνόδευε τη βασιλική οικογένεια στα επίσημα ταξίδια της και ήταν παρούσα σε σημαντικές διπλωματικές συναντήσεις της εποχής, όπως στη φιλοξενία του αμερικανού πρεσβευτή Τζον Πιουριφόι στην Αθήνα.
Είναι εκείνη, που τις παραμονές των Χριστουγέννων του 1961, όπως προκύπτει από τα τεκμήρια των ΓΑΚ, παραγγέλνει, εκ μέρους της Φρειδερίκης, χριστουγεννιάτικα δώρα για τον διάδοχο Κωνσταντίνο, τις πριγκίπισσες Ειρήνη και τη Σοφία και στέλνει επιστολές στη Νέα Υόρκη για την αγορά σαπουνιών και αρωμάτων.
Στα κιτρινισμένα φύλλα του φακέλου σώζεται κάτι παραπάνω από παραγγελίες για φορέματα, ταγέρ και γούνες· σώζεται ένα μικρό, σχεδόν άγνωστο, κομμάτι της μετεμφυλιακής Ελλάδας. Ενα απροσδόκητο παράθυρο στην Ελλάδα του ’50 και του ’60, μια απόδειξη ότι η ιστορική αλήθεια δεν κρύβεται πάντα σε επίσημα έγγραφα και διπλωματικά τηλεγραφήματα – μπορεί να αποτυπώνεται εξίσου καθαρά σε ένα κομμάτι μουσελίνας, σε έναν λογαριασμό υψηλής ραπτικής…








