Στον ελληνικό δημόσιο λόγο ακούγεται συχνά η φράση «να γίνουμε/γινόμαστε κανονική χώρα», τις περισσότερες φορές με αναφορά στην ευρωπαϊκή πραγματικότητα και τα ισχύοντα στην ΕΕ. Η φράση χρησιμοποιείται θετικά, υπό την έννοια πως η κανονικότητα και η επαναφορά της επιτρέπει/θα επιτρέψει στην Ελλάδα να αφήσει πίσω της τη ζοφερή περίοδο των Μνημονίων. Με το παρόν κείμενο ισχυρίζομαι πως οι ΗΠΑ, αντιθέτως, ολισθαίνουν σε μία κανονικότητα που, 250 χρόνια από την ίδρυσή τους, τις καθιστά ευάλωτες και ανασφαλείς. Η αμερικανική «κανονικότητα» έχει έντονα αρνητική χροιά.
Η δημιουργία των ΗΠΑ βασίστηκε στη λογική της εξαίρεσης από τον κανόνα (exceptionalism). Οι ιδρυτές της και τα εκατομμύρια μεταναστών που έσπευσαν στις κάποτε φιλόξενες και κάποτε αφιλόξενες όχθες της οραματίστηκαν μια ζωή ριζικά διαφορετική από εκείνη που είχαν αφήσει πίσω τους. Μια terra incognita όπου θα μπορούσαν να πραγματοποιήσουν τα πιο τρελά τους όνειρα, να δοκιμάσουν τις δυνάμεις τους και να αναμετρηθούν με τις ανθρώπινες αντοχές σε μια σειρά πεδίων που οι χώρες καταγωγής τους εμπόδιζαν ή αδυνατούσαν να ενστερνιστούν.
Το περίφημο αμερικανικό όνειρο βασίστηκε ακριβώς σε αυτή τη θέληση για αλλαγή και εφευρετικότητα και συνδυάστηκε συν τω χρόνω με τεράστια πρόοδο στις επιστήμες και την τεχνολογία. Αυτό αναπόφευκτα δημιούργησε έναν ενάρετο κύκλο αύξησης των εισοδημάτων και του επιπέδου διαβίωσης για πολλούς εκ των πολιτών της χώρας και ανακύκλωσε το παγκόσμιο ενδιαφέρον για τις ΗΠΑ ως τον ιδανικό τόπο προορισμού. Ακόμα και σήμερα, και μόνο η αναφορά στις ΗΠΑ δημιουργεί τα προσφιλή αντανακλαστικά που συνδέονται με τη NASA, το Hollywood και τους κολοσσούς του παγκόσμιου εμπορίου και κατανάλωσης.
Είναι προφανές ότι η ιστορία των ΗΠΑ, όπως και καμίας άλλης χώρας, δεν είναι γραμμική. Η εικόνα που παραθέσαμε παραπάνω συνδυάστηκε ανέκαθεν με συγκρούσεις, εμφυλίους, και αιματηρές εξεγέρσεις, διαδηλώσεις και καταναγκασμούς. Στην καρδιά όμως όλων των αντιθέσεων και παραδοξοτήτων των ΗΠΑ υπήρχε η πεποίθηση, δηλωμένη ή αδήλωτη, πως οι ΗΠΑ είναι κάτι διαφορετικό: πως ο ιστορικός κύκλος προόδου της χώρας έχει δομηθεί σε θεμέλια που διαφέρουν από εκείνα άλλων χωρών και την καθιστούν την επιλεγμένη χώρα (the country of destiny).
Εδώ και μερικές δεκαετίες, και με επιταχυνόμενο ρυθμό, οι ΗΠΑ κανονικοποιούνται σε ολοένα και εντονότερο βαθμό. Οι λόγοι είναι πολυσύνθετοι και έχουν να κάνουν με την παγκοσμιοποίηση, την εκρηκτική άνοδο της Κίνας ως αντίβαρου στις ΗΠΑ αλλά και την πρόσφατη επάνοδο του προστατευτισμού και μισαλλόδοξου απομονωτισμού ως συνταγή πολιτικής επιτυχίας.
Ανεξάρτητα από το ποιος παράγοντας εξ αυτών βαραίνει περισσότερο στη ζυγαριά, το σίγουρο είναι πως 250 χρόνια από την ίδρυση των ΗΠΑ, οι πολίτες τους βιώνουν μια καθημερινότητα που πλέον διαφέρει ελάχιστα από εκείνη πολιτών άλλων χωρών (πληθωρισμός, εγκληματικότητα, βία, κλιματική αλλαγή κ.λπ.). Πιο σημαντικό από αυτό όμως είναι το γεγονός πως η ηγεσία των ΗΠΑ επιδιώκει την κανονικότητα και αποστρέφεται τον ιδιαίτερο ρόλο που υποτίθεται πως η χώρα πρεσβεύει ιστορικά. Ειδικά η πολιτική της ομοσπονδιακής κυβέρνησης σε μείζονα θέματα όπως η μετανάστευση, οι δασμοί και η εξωτερική πολιτική καθιστούν τις ΗΠΑ ολοένα και περισσότερο μια ισχυρή και ικανή χώρα, πλην όμως κανονική σε ό,τι αφορά τις φιλοδοξίες και επιθυμίες της.
Η κατά Ρέιγκαν «φωτεινή πόλη στον λόφο» (shining city on the hill) αναμετράται με τον εαυτό της και, μολονότι έχει δεκάδες λόγους να αισθάνεται περήφανη για τα πρώτα 250 χρόνια της, επιλέγει να κανονικοποιηθεί και να στενέψει τους άλλοτε ευρείς ορίζοντες της. Από μια τέτοια κανονικότητα, που συνδυάζει την αλαζονεία της ισχύος με την αποκήρυξη του ιδεαλισμού, ωφελημένοι είναι οι αντίπαλοι των ΗΠΑ.
Ο Δημήτρης Τσαρούχας είναι καθηγητής Διεθνούς Πολιτικής στο Virginia Tech και Senior Fellow του Προγράμματος «Θεόδωρος Κουλουμπής» του ΕΛΙΑΜΕΠ στην Ουάσιγκτον








