Η κυβέρνηση του προέδρου των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ υποστηρίζει ότι η αποκατάσταση του παλαιού «μεγαλείου» της Αμερικής απαιτεί την απόρριψη των μεταναστών, την επιθετική χρήση δασμών και την απουσία οποιουδήποτε περιορισμού στη συγκέντρωση του πλούτου. Η Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας – και το όραμα των Πατριωτών πάνω στο οποίο βασίστηκε – υποστηρίζει ακριβώς το αντίθετο.

Στις 9 Ιουλίου 1776, ο Τζορτζ Ουάσιγκτον, τότε αρχιστράτηγος του Ηπειρωτικού Στρατού, διάβασε στους στρατιώτες του τη Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας, η οποία είχε εγκριθεί μόλις πέντε ημέρες νωρίτερα. Πρώτο μεταξύ των προνομίων που προέβλεπε, ήταν το «αναφαίρετο» δικαίωμα στη «Ζωή, την Ελευθερία» και, κυρίως, στην «επιδίωξη της Ευτυχίας» – δηλαδή στη σωματική και ηθική ευημερία.

Η Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας αντανακλούσε μια κριτική απέναντι στη διακυβέρνηση από τη βρετανική αυτοκρατορία, η οποία είχε αναπτυχθεί από την αντιπολίτευση των Πατριωτών ήδη από τη δεκαετία του 1720.

Στον πυρήνα του οράματος των Πατριωτών βρισκόταν η οικονομία. Πίστευαν ότι η αξία μιας αυτοκρατορίας έγκειται πρωτίστως στην ικανότητά της να προάγει την οικονομική ευημερία σε ολόκληρη την επικράτειά της. Σε μια εποχή υψηλών δασμών και άλλων εμπορικών φραγμών, υποστήριζαν ότι οι αποικίες παρείχαν μια δυναμική και ασφαλή καταναλωτική βάση για τα βρετανικά βιομηχανικά προϊόντα. Μάλιστα, τόνιζαν ότι οι υπερπόντιες κτήσεις της Βρετανίας αναπτύσσονταν ταχύτερα από την ίδια τη μητρόπολη.

Ωστόσο, οι Πατριώτες δεν θεωρούσαν αυτή τη δυναμική δεδομένη. Εξαρτιόταν από την αύξηση του πληθυσμού, τους σχετικά υψηλούς μισθούς, την ελεύθερη πρόσβαση στα αγαθά και τη συμμετοχή στη λήψη οικονομικών αποφάσεων. Για τον λόγο αυτό, η διευκόλυνση της μετανάστευσης, το ελεύθερο εμπόριο και η αυτοδιοίκηση ήταν απαραίτητες προϋποθέσεις. Η εναλλακτική λύση – αποικίες που βασίζονταν στην καταναγκαστική εργασία ή σε τεχνητά χαμηλούς μισθούς – θα οδηγούσε σε αυξανόμενη ανισότητα και, τελικά, στην ολιγαρχία. Και, όσο κι αν οι ολιγάρχες είχαν αδυναμία στην πολυτέλεια, δεν μπορούσαν να αποτελέσουν μια ισχυρή και βιώσιμη καταναλωτική βάση.

Η ίδια η εμπειρία επιβεβαίωνε το επιχείρημα των Πατριωτών. Οι βρετανικές αποικίες παραγωγής ζάχαρης, των οποίων ο πληθυσμός αποτελούνταν κυρίως από σκλάβους, εξήγαν τεράστιες ποσότητες ζάχαρης στη Βρετανία, αλλά εισήγαν ελάχιστα βιομηχανικά προϊόντα. Αντίθετα, η Νέα Αγγλία, όπου υπήρχαν σχετικά λίγοι σκλάβοι, δεν παρήγε σχεδόν τίποτε που να επιθυμούσαν να αγοράσουν οι Βρετανοί, αλλά εισήγε τεράστιες ποσότητες βρετανικών υφασμάτων, επίπλων και μεταλλικών ειδών.

Η καταναλωτική κοινωνία που οραματίζονταν οι Πατριώτες απαιτούσε την υποστήριξη ενός παρεμβατικού κράτους. Οι Πατριώτες, βεβαίως, δεν αδιαφορούσαν για το δημόσιο χρέος. Απλώς υιοθετούσαν μια ευρύτερη οπτική για τον τρόπο μείωσής του και έκρουαν των κώδωνα του κινδύνου για το ότι οι οικονομικές πολιτικές των Τόρις θα υπονόμευαν τόσο την ελευθερία όσο και την ευημερία σε ολόκληρη τη Βρετανική Αυτοκρατορία.

Η Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας ήταν ένα ρητά φιλομεταναστευτικό κείμενο. Η ευημερία των αποικιών εξαρτιόταν από την αλληλεπίδραση ανάμεσα στη μεταποίηση και την κατανάλωση κι αυτό, με τη σειρά του, προϋπέθετε περιορισμένες κοινωνικές ανισότητες και μια μεγάλη, συνεχώς αυξανόμενη καταναλωτική βάση.

Οι Πατριώτες σε ολόκληρη την Αυτοκρατορία καταδίκαζαν αυτούς τους περιορισμούς στο εμπόριο και κατήγγελλαν τα μονοπώλια. Επίσης η Διακήρυξη αντανακλούσε μια μακροχρόνια αντίληψη των Πατριωτών ότι η δουλεία δεν αποτελούσε μόνο ηθική κηλίδα, αλλά και πηγή οικονομικής στρέβλωσης, η οποία τελικά υπονόμευε τον δυναμισμό και την ευημερία της κοινωνίας.

Ο Steve Pincus είναι καθηγητής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο του Σικάγου και συγγραφέας του βιβλίου «The Heart of the Declaration: The Founders’ Case for Activist Government» (Yale University Press, 2016)

ΣΧΟΛΙΑ
ΠΡΟΣΘΗΚΗ ΣΧΟΛΙΟΥ
0 /50
0 /2000
YouTube thumbnail