Η περίφημη αναφορά στο δικαίωμα στη «ζωή, την ελευθερία και την επιδίωξη της ευτυχίας» στο προοίμιο της Διακήρυξης της Ανεξαρτησίας καθόρισε την πολιτική ταυτότητα του νέου κράτους που αναδυόταν στον Νέο Κόσμο. Ωστόσο, η Διακήρυξη δεν απευθυνόταν πρωτίστως στους Αμερικανούς. Το ουσιαστικό της μήνυμα βρίσκεται στην τελευταία παράγραφο και αφορούσε περισσότερο τις Μεγάλες Δυνάμεις της Γηραιάς Ηπείρου. Διότι, πέρα από υψηλά ιδανικά, ο δρόμος προς την ανεξαρτησία προϋπέθετε την εξασφάλιση ισχυρών συμμάχων.
Βρισκόμαστε στον απόηχο του Επταετούς Πολέμου, ο οποίος έχει αναδείξει τη Βρετανία σε κυρίαρχη δύναμη του διεθνούς συστήματος. Γαλλία και Ισπανία έχουν απωλέσει σημαντικές υπερπόντιες κτήσεις και διψούν για εκδίκηση. Η Αμερικανική Επανάσταση προσέφερε μια εξαιρετική ευκαιρία. Ωστόσο, οι συσχετισμοί ισχύος και οι διεθνείς συνθήκες υπαγόρευαν προσοχή και αρχικά δεν άφηναν περιθώρια για κάτι παραπάνω.
Αν η Γαλλία και η Ισπανία βοηθούσαν εξεγερμένους βρετανούς υπηκόους, θα κατηγορούνταν ότι παρεμβαίνουν σε μια εσωτερική υπόθεση της Βρετανικής Αυτοκρατορίας. Ετσι, ακολούθησαν μια επιτήδεια πολιτική: επισήμως τηρούσαν ουδετερότητα, ανεπίσημα, όμως, ενίσχυαν τους Αμερικανούς τόσο ώστε να μην προκαλέσουν ρήξη με τους Βρετανούς.
Για παράδειγμα, οι άδειες καταδρομής που εξέδιδε το αμερικανικό Κογκρέσο σε ιδιωτικά εμπορικά πλοία δεν είχαν κανένα διεθνές νομικό έρεισμα και επομένως αυτά έπρεπε να αντιμετωπίζονται ως πειρατικά αν έπλεαν σε γαλλικά ή ισπανικά λιμάνια. Αυτοί, όμως, έκαναν τα στραβά μάτια καθώς τα αμερικανικά καταδρομικά προκαλούσαν τεράστια φθορά στους Βρετανούς. Ωστόσο, οι επαναστατημένοι Αμερικανοί επεδίωκαν να πείσουν τον «ευγενή κόσμο» ότι δεν επρόκειτο απλώς για μια αποικιακή εξέγερση, αλλά για εμπόλεμο έθνος.
Αυτό τον σκοπό εξυπηρετούσε η Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας. Στην τελευταία παράγραφο, οι επαναστάτες δηλώνουν ότι «απαλλάσσονται από κάθε πίστη και υποταγή προς το Βρετανικό Στέμμα» και ότι πλέον έχουν πλήρη ισχύ «να κηρύξουν πόλεμο, να συνομολογήσουν ειρήνη, να συνάψουν συμμαχίες, να καθιερώσουν εμπόριο». Το μήνυμα προς τις ευρωπαϊκές αυλές ήταν σαφές: δεν ήταν απλά στασιαστές αλλά ένα κυρίαρχο πολιτικό σώμα που διεκδικούσε τα δικαιώματα κάθε ανεξάρτητου κράτους. Παράλληλα με τη Διακήρυξη, άλλωστε, το Κογκρέσο επεξεργαζόταν ένα σχέδιο συνθηκών με ξένες δυνάμεις. Με αυτά τα λιγοστά εφόδια πήγε ο Βενιαμίν Φραγκλίνος στο Παρίσι τον Δεκέμβριο του 1776.
Η Διακήρυξη από μόνη της δεν αρκούσε, αλλά άνοιξε τον δρόμο για την καθοριστική συμμαχία με τη Γαλλία. Η νίκη στη Σαρατόγκα το 1777 διασκέδασε τις εντυπώσεις των αρχικών ηττών του στρατηγού Ουάσιγκτον, αποδεικνύοντας στους Γάλλους ότι οι Αμερικανοί αποτελούσαν μια αξιόμαχη δύναμη. Ετσι, το Παρίσι αποφάσισε να υπογράψει τις Συνθήκες Συμμαχίας, Φιλίας και Εμπορίου του 1778, αναγνωρίζοντας επίσημα τις Ηνωμένες Πολιτείες. Ακολούθησε η ισπανική συνδρομή και ο πόλεμος απέκτησε μια εντελώς διαφορετική δυναμική.
Η Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας ήταν ένας καινοτόμος διπλωματικός ελιγμός. Μέχρι τότε, δεν υπήρχε η διεθνής πρακτική ένα κράτος να αναγγέλλει τη δημιουργία του. Η 4η Ιουλίου καθιέρωσε το πρότυπο που ακολούθησαν έκτοτε πάνω από εκατόν είκοσι επαναστατικά κινήματα – μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα με τη Διακήρυξη Ανεξαρτησίας της Επιδαύρου το 1822. Ηταν μια κίνηση τακτικής στο πλαίσιο ενός ευρύτερου στρατηγικού σχεδίου που υπογραμμίζει τη διαχρονική σημασία της διορατικής διπλωματίας και της σωστής εκτίμησης της ισορροπίας της ισχύος.
Ο Σπύρος Κατσούλας είναι επίκουρος καθηγητής Αμερικανικού Κολλεγίου Ελλάδος








