Το 2007 ο καθηγητής στο ΜΙΤ Ολιβιέ Μπλανσάρ, έγραψε ένα σημαντικό άρθρο για τα ελλείμματα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών και συνολικά την οικονομία της Πορτογαλίας και επεσήμανε ότι χώρες που ανήκουν στην ευρωζώνη δεν έχουν τη δυνατότητα να αντιμετωπίσουν τέτοια προβλήματα μέσα από τον μηχανισμό της υποτίμησης του εθνικού νομίσματος, για τον προφανή λόγο ότι πλέον δεν διέθεταν τέτοιο. Το μόνο που έμενε επομένως ως λύση για να ανακτήσουν την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας τους ήταν να προχωρήσουν σε ονομαστικές μειώσεις μισθών που κατά τη γνώμη του τελικά θα είχαν το ίδιο αποτέλεσμα με μια πετυχημένη υποτίμηση.
Λίγα χρόνια μετά ο Μπλανσάρ ήταν επικεφαλής οικονομολόγος στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και η επιλογή της εσωτερικής υποτίμησης, όπως έμελλε να ονομαστεί αυτή η πρακτική, δοκιμάστηκε στη χώρα μας, με μεγάλες ονομαστικές μειώσεις μισθών στο πλαίσιο των μνημονίων, καθώς το ΔΝΤ ήταν εκ των δανειστών της χώρας και άρα τμήμα της τρόικας που υπαγόρευε πολιτικές. Βεβαίως η εσωτερική υποτίμηση όπως και τα άλλα μέτρα δεν έφεραν την ανάκτηση ανταγωνιστικότητας της οικονομίας και οδήγησαν σε μια οικονομική συρρίκνωση που σε μέγεθος συγκρινόταν μόνο με τις επιπτώσεις ενός μεγάλου πολέμου ή της Μεγάλης Υφεσης της δεκαετίας του 1930.
Παρότι από ένα σημείο και μετά και ιδίως ύστερα από την έξοδο από τα μνημόνια τόσο ο κατώτατος μισθός όσο και συνολικά οι αποδοχές των εργαζομένων άρχισαν να αυξάνονται, η εσωτερική υποτίμηση που είχε προηγηθεί άφησε ένα βαθύ και οδυνηρό χνάρι που εξακολουθεί να είναι αισθητό. Οπως επισημαίνει η ετήσια έρευνα του ΙΝΕ-ΓΣΕΕ, ο μέσος ετήσιος ονομαστικός μισθός στη χώρα μας το 2025 παρέμενε χαμηλότερος κατά 12% σε σχέση με το 2009 και κατά 31% σε πραγματικούς όρους, πράγμα που σημαίνει ότι η υποτίμηση της εργασίας παραμένει βασική «κληρονομιά» της μνημονιακής περιόδους που κάθε άλλο παρά έχει αντιστραφεί.
Αυτό εξηγεί γιατί το πρόβλημα της ακρίβειας, πιο σωστά της κρίσης κόστους ζωής στη χώρα μας, δεν οφείλεται απλώς σε κάποιες εξωγενείς αυξήσεις τιμών, ούτε μόνο στην εκτίναξη του πληθωρισμού σε επίπεδα υψηλότερα του ευρωπαϊκού μέσου όρου. Αφορά και την πολύ χαμηλή αμοιβή της εργασίας, μια τάση που δεν έχει καλυφθεί από τις όποιες ονομαστικές αυξήσεις έχουν υπάρξει και η οποία είναι ακόμη πιο έντονη στο δημόσιο τομέα εξηγώντας φαινόμενα όπως οι παραιτήσεις ή καταγραφή φαινομένων απροθυμίας διεκδίκησης θέσεων στο δημόσιο.
Ουσιαστικά, η εσωτερική υποτίμηση έχει μετατραπεί πλέον σε μια συνειδητή στρατηγική επένδυσης στο χαμηλό εργασιακό κόστος ως βασικό «συγκριτικό πλεονέκτημα». Το αποτέλεσμα είναι ότι παρά τις ονομαστικές αυξήσεις (αυτές που άλλωστε επικαλείται και η κυβέρνηση ως success story) στην πραγματικότητα τα νοικοκυριά αισθάνονται ότι βιώνουν μια συνθήκη φτωχοποίησης. Μόνο που πέραν της εξαγγελίας μέτρων μειωμένης αποτελεσματικότητας, η κυβέρνηση δεν δείχνει διατεθειμένη να αντιστρέψει αυτή την τάση, αναβαθμίζοντας το μερίδιο της εργασίας στον παραγόμενο πλούτο.







