Υπάρχουν κάποια έργα που χρειάζονται μια σκηνή για να ζωντανέψουν και κάποια άλλα έναν τόπο. Τέτοιο είναι η «Δήλος», η παράσταση των Αλέξανδρου Αβρανά και Χάρη Φραγκούλη που ανεβαίνει σήμερα και αύριο στον Αρχαιολογικό Χώρο Δήλου, στο πλαίσιο του προγράμματος «Όλη η Ελλάδα ένας πολιτισμός» του υπουργείου Πολιτισμού. Το νησί γίνεται το σκηνικό της παραγωγής που φέρνει στο προσκήνιο το σώμα, τη μουσική και τον λόγο, όχι ως μέσα αναπαράστασης αλλά ως εργαλεία αναζήτησης. Αξιοποιώντας κομμάτια από τις «Ημέρες» του Γιώργου Σεφέρη και τον «Ρωμαίο και Ιουλιέτα» του Σαίξπηρ και δένοντάς τα με μελωδίες των String Demons και ηχητικά αποσπάσματα από ένα ντοκιμαντέρ όπου η Άννα Λόντου, προγονή του Σεφέρη, μιλάει για τη σύνδεσή του με τη Δήλο, η παράσταση χτίζει μια δραματουργία που υποστηρίζει την επιστροφή στον άνθρωπο.
«Αν χαθεί η ισορροπία στην ανθρωπιά, την ελευθερία, όπως και στο δικαίωμα κι όλα όσα περνάμε, από καλά γίνονται κακά. Στην παράσταση δείχνουμε ότι στον άνθρωπο υπάρχουν δύο βασιλιάδες – το καλό και το κακό – που είναι ίσοι. Κάθε φορά διαλέγεις εσύ ποιος είναι τι. Πρόκειται για το ίδιο πράγμα σε άλλη δόση. Η ασυδοσία ή το κακό είναι μια ελευθερία παραπάνω που προκύπτει από τον ίδιο πυρήνα. Μια βίαιη κίνηση είναι μια τρυφερότητα που δεν βρήκε τον δρόμο της. Για μένα, λοιπόν, εκεί βρίσκεται μια θεματική σοβαρή σε σχέση με τον άνθρωπο, με τις επιλογές του και όσα τον κάνουν άνθρωπο», αναφέρει ο Χάρης Φραγκούλης στο «Νσυν». «Η παράσταση ξεκινάει με μια ερώτηση για το τι υπάρχει ως σταθερό σημείο. Αν υπάρχει το καλό σου και το καλό μου χώρια ή κάτι πέρα από αυτό, είτε είναι ο Θεός, είτε ένας συγγραφέας, μια φράση, ένας θεσμός. Μέσα από αυτή την ερώτηση οδηγήθηκα στον Σεφέρη σαν σημείο αναφοράς προσωπικό αλλά και συνολικό για την Ελλάδα. Στον σημερινό κόσμο είναι πολύ επείγουσα η ερώτηση γιατί όλα έχουν καταλήξει να είναι θέμα γούστου. Αρα, για μένα μπορεί να στέκουν, αλλά για σένα όχι. Αυτό είναι μια κατάκτηση μ’ έναν τρόπο, μια ελευθερία γιατί δεν εγκλωβιζόμαστε σε πράγματα ως θέσφατα. Αλλά μέχρι ποιο σημείο αυτό κάνει καλό και με βοηθάει και δεν με διαλύει ακόμα περισσότερο;», συμπληρώνει ο δημιουργός.
Τρία σώματα
Στον πυρήνα της παράστασης στέκονται τρία σώματα, η Μαρίνα Καλογήρου και οι μουσικοί Κωνσταντίνος Μπουντούνης και Λυδία Μπουντούνη (String Demons) που λειτουργούν ως φορείς μιας αφήγησης πέρα από τα όρια του κειμένου, με όχημα την κίνηση, τη μουσική και τον λόγο. «Το σώμα ξέρει πράγματα που εμείς δεν ξέρουμε. Αυτό το βλέπουμε να συμβαίνει από τα πρώτα βήματα του ανθρώπου. Μεγαλώνοντας, η παντοδυναμία της κατανόησης και του μυαλού μάς πείθει απολύτως ότι υπάρχει μόνο αυτό που βλέπουμε, αυτό που καταλαβαίνουμε. Κι όμως το σώμα κάτι ξέρει που εμείς όχι, γιατί είναι πιο παλιό από εμάς. Κουβαλάει τη μνήμη χιλιάδων ετών από τον άνθρωπο. Γι’ αυτό χρειάζεται μια υπενθύμιση ή μια χαραμάδα ότι κάτι μπορεί να ξέρει το σώμα που δεν καταλαβαίνουμε αλλά υπάρχει. Να κάνουμε λίγη ησυχία για ν’ ακούσουμε κάτι άλλο. Ο,τι κι αν είναι αυτό», επισημαίνει ο σκηνοθέτης.
Ιδιαίτερες πινελιές σ’ αυτήν την αφήγηση βάζει η ιστορία της Δήλου, που δεν λειτουργεί μόνο ως φόντο της παράστασης αλλά διαπερνά τη σκηνική της δράση κι επιστρέφει μέσα από εικόνες, λέξεις και μουσικές, μετατρέποντας το ίδιο το νησί σε ενεργό συνομιλητή. «Επειδή δεν είχα ξαναπάει, έκανα μια έρευνα γύρω από το νησί, με φωτογραφίες κι όσα έχουν γραφτεί γι’ αυτό, κι εντάχθηκαν τα στοιχεία στα κείμενα. Εκεί, υπάρχουν πολλά πράγματα για τη Δήλο. Κάποια είναι γνωστά, όπως το ότι δεν επιτρεπόταν στο νησί να πεθάνει κάποιος αλλά και το όνομά της που προέρχεται από το Αδηλος και ήταν ένα μυστικό, δηλαδή μη φανερό. Μαζί και η ίδια η ζωή του νησιού και η γλώσσα την οποία φέρει που είναι αρχαία μεν αλλά, κατά τη γνώμη μου, πιο φρέσκια από τη νέα. Αλλη γλώσσα σημαίνει άλλος τρόπος ύπαρξης, ο οποίος πρέπει να συμπεριληφθεί κι αυτός κατά κάποιο τρόπο. Εχει αρκετό πλούτο η αφήγηση για να τον εξερευνήσει κανείς, χωρίς να μπορεί να τα πει όλα αυτά τα πράγματα. Είναι αισθήσεις που μπορεί να υπάρχουν, να ζουν και να εκπέμπονται ίσως μέσα στο 50λεπτο που διαρκεί η παράσταση», καταλήγει ο Χ. Φραγκούλης.







