Ανοιχτό αφήνει ο Ντόναλντ Τραμπ το ενδεχόμενο μιας ιστορικής συνάντησης με τον ανώτατο ηγέτη του Ιράν Μοτζτάμπα Χαμενεΐ, δηλώνοντας ότι «πιθανότατα» θα συναντηθεί μαζί του αργά ή γρήγορα εφόσον οι εξελίξεις το επιτρέψουν και επισημαίνοντας πως ο ιρανός ηγέτης εμπλέκεται απολύτως στις ειρηνευτικές συνομιλίες. Διπλωματία και σύγκρουση εξελίσσονται ταυτόχρονα σε δύο παράλληλα μέτωπα.
Ο αμερικανός πρόεδρος υποστηρίζει ότι η Τεχεράνη έχει ήδη συμφωνήσει να μην αποκτήσει πυρηνικό όπλο, κάνει λόγο για συνομιλίες που «προχωρούν γρήγορα» και εμφανίζεται αισιόδοξος ότι μπορεί να επιτευχθεί συμφωνία για τον τερματισμό του πολέμου. Την ίδια ώρα, όμως, δεν διστάζει να προειδοποιήσει ότι εάν οι διαπραγματεύσεις αποτύχουν, οι Ηνωμένες Πολιτείες διαθέτουν «άλλους τρόπους» για να αντιδράσουν, υπονοώντας επανάληψη των πληγμάτων, αν και δεν έδωσε ευθέως διευκρινίσεις.
Παράλληλα, η ένταση στο πεδίο κορυφώνεται. Το Ιράν εξαπέλυσε νέα κύματα επιθέσεων με πυραύλους και drones εναντίον του Κουβέιτ και, για πρώτη φορά μετά την κατάπαυση του πυρός του Απριλίου, κατά του Μπαχρέιν, υποστηρίζοντας ότι απαντά σε αμερικανικές επιχειρήσεις που πραγματοποιήθηκαν από το έδαφος των δύο χωρών.
«Εχουν ήδη συμφωνήσει ότι δεν θα αποκτήσουν πυρηνικό όπλο» είπε ο Τραμπ σε συνέντευξη που παραχώρησε σε podcast της εφημερίδας «New York Post». Απαντώντας σε ερώτηση για εμπλοκή του Χαμενεΐ στις συνομιλίες με τις ΗΠΑ, απάντησε θετικά, επισημαίνοντας πως, αν και ακούει ότι ο ηγέτης του Ιράν δεν πάει και τόσο καλά, δίνει την έγκρισή του στη διάρκεια των διαπραγματεύσεων.
Ουσιαστικά αναφέρθηκε εμμέσως στις φήμες σύμφωνα με τις οποίες ο Χαμενεΐ ακρωτηριάστηκε σε αεροπορική επίθεση. «Θα ήθελα να τον συναντήσω. Θα συναντηθούμε πιθανότατα σε κάποια φάση, ανάλογα με το πώς θα πάνε τα πράγματα» είπε ο Τραμπ.
Αναφέρθηκε στο Ιράν ως «μεγάλη επιτυχία», καθώς, όπως είπε, ο στρατός της χώρας έχει ηττηθεί. Ωστόσο, η σύγκρουση, που ξεκίνησε με τα πλήγματα που εξαπέλυσαν οι ΗΠΑ και το Ισραήλ στις 28 Φεβρουαρίου, έχει αλλάξει άρδην την παγκόσμια αγορά ενέργειας και έχει καταγραφεί ότι οι Αμερικανοί δεν είναι υπέρ του πολέμου μερικούς μήνες πριν από τις ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου.
Παραδέχθηκε επίσης ότι είχε μια έντονη συνομιλία με τον ισραηλινό πρωθυπουργό Μπενιαμίν Νετανιάχου προς επίρρωσιν πληροφοριών του αμερικανικού Τύπου, αν και έσπευσε να συμπληρώσει ότι έχει μια καλή συνεργασία μαζί του.
Νωρίς χθες το πρωί ο στρατός του Κουβέιτ ανακοίνωσε ότι αντιμετώπισε πυρά από περίπου 30 πυραύλους και μη επανδρωμένα αεροσκάφη στο πλαίσιο μιας «ιρανικής επίθεσης». Πλήγματα δέχθηκε το διεθνές αεροδρόμιο με αποτέλεσμα τον θάνατο ενός ινδού επιβάτη, τον τραυματισμό δεκάδων ανθρώπων και σοβαρές ζημιές στις εγκαταστάσεις. Σύμφωνα με ανακοίνωση του υπουργείου Εξωτερικών της χώρας, επλήγησαν ταυτόχρονα κρίσιμες υποδομές, μεταξύ των οποίων και διπλωματικές αποστολές. Τα νοσοκομεία του εμιράτου υποδέχθηκαν 63 τραυματίες, ενώ λόγω της επίθεσης ανεστάλη προσωρινά η εναέρια κυκλοφορία και οι πτήσεις εκτρέπονταν προς άλλα αεροδρόμια.
Την ευθύνη ανέλαβαν οι Φρουροί της Επανάστασης με ανάρτησή τους στο επίσημο κανάλι τους στο Telegram.
Η κουβεϊτιανή κυβέρνηση αντέδρασε με την απέλαση δύο μελών της ιρανικής πρεσβείας. Ο ιρανός επιτετραμμένος κλήθηκε στο υπουργείο Εξωτερικών που διαμαρτυρήθηκε «για τη συνεχιζόμενη ιρανική επιθετικότητα».
Παράλληλα τρεις πύραυλοι εκτοξεύτηκαν εναντίον του Μπαχρέιν, οι οποίοι «αναχαιτίστηκαν αμέσως» από τις δυνάμεις αντιαεροπορικής άμυνας, όπως αναφέρεται σε ανακοίνωση του μεικτού διοικητηρίου που είναι αρμόδιο για τη Μέση Ανατολή (CENTCOM). Σύμφωνα με το υπουργείο Εξωτερικών του Ιράν, Κουβέιτ και Μπαχρέιν επέτρεψαν στις ΗΠΑ να εξαπολύσουν από το έδαφός τους επιθέσεις εναντίον ενός ιρανικού πετρελαιοφόρου στα Στενά του Ορμούζ και ενός πύργου τηλεπικοινωνιών στο νησί Κεσμ. «Κάθε πλήγμα και κάθε επίθεση θα αντιμετωπίζεται με έναν καταιγισμό πυραύλων και drones» έγραψε στο Χ ο στρατιωτικός σύμβουλος του Χαμενεΐ, Μοχσέν Ρεζάι.
Το Ιράν και οι ΗΠΑ έχουν αλληλοκατηγορηθεί επανειλημμένα για παραβιάσεις της κατάπαυσης του πυρός, που τέθηκε σε εφαρμογή την 8η Απριλίου, έπειτα από περίπου έναν μήνα εχθροπραξιών.








