Η δικαστική εξέλιξη της υπόθεσης ΟΠΕΚΕΠΕ έρχεται σε μια ταραγμένη περίοδο για τη χώρα, που συμβαίνει να είναι ταραγμένη και για τον κόσμο. Οσο πλησιάζουμε προς τις εκλογές, η Ελλάδα θυμίζει ένα απέραντο δικαστήριο, αφού ήδη έχει αρχίσει να διεξάγεται η δίκη των Τεμπών, με συστηματική και εμφανή την προσπάθεια διαδίκων να την υπονομεύσουν, προωθώντας συστηματικά ό,τι ξέρουν: μια πολιτική αποσταθεροποίηση.
Το τρομερό δυστύχημα των Τεμπών σόκαρε την Ελλάδα, όπως την είχε σοκάρει και το τρομερό δυστύχημα του Ματιού. Μαζί με τους συγγενείς των θυμάτων, όλοι οι Ελληνες περιμένουν την εις βάθος διερεύνηση του δυστυχήματος αλλά και την προσωποποίηση και την απόδοση ευθυνών στα φυσικά πρόσωπα των οποίων η ευθύνη θα αποδειχτεί. Αυτό είναι το νόημα της δίκης.
Αλλά αυτό δεν φαίνεται να ενδιαφέρει διάφορους πολιτικούς παράγοντες, που συνδέουν την πολιτική τους καριέρα και με τη δίκη των Τεμπών. Γι’ αυτό, ό,τι απέτυχαν να επιβάλουν τα ξυλόλια, τα μπαζώματα και οι θεωρίες συνωμοσίας, γίνεται προσπάθεια τώρα να επιβληθεί μέσω της υπονόμευσης της δικαστικής διαδικασίας.
Τις συνέπειες αυτής της υπονόμευσης τις είδαμε σε μια άλλη δίκη, σχετική με τα βίντεο των Τεμπών, που επίσης διεξαγόταν στη Λάρισα, όταν η πρόεδρος του δικαστηρίου δεν άντεξε την πίεση και παραιτήθηκε – με αποτέλεσμα την ανάγκη επανάληψης της διαδικασίας από την αρχή.
Το πολιτικό κλίμα κινείται προς αυτόν τον στόχο: την παραλυσία των θεσμών, ενόψει εκλογών. Την παραλυσία επιτείνει η δικαστική εξέλιξη της υπόθεσης του ΟΠΕΚΕΠΕ, που ήδη έφερε παραιτήσεις υπουργών και ανασχηματισμό, ενώ ουδείς γνωρίζει τις επιπτώσεις που θα έχει αυτή η εξέλιξη στην κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Παράγοντες της αντιπολίτευσης επαναλαμβάνουν ότι η ΝΔ είναι εστία διαφθοράς και τρίβουν τα χέρια τους.
Η διαφθορά είναι εκτεταμένη στη δημόσια ζωή – και διαπιστώνεται συχνά στο Δημόσιο, στον συνδικαλισμό, στην Τοπική Αυτοδιοίκηση, όπου υπάρχουν συμφέροντα συνυφασμένα με τη διοίκηση και την εξουσία. Στην κεντρική σκηνή, όπου υπάρχει μεγαλύτερη διαφάνεια, φαινόμενα απευθείας διαφθοράς δεν είναι εκτεταμένα – αλλά είναι δεδομένο ότι οι πελατειακές σχέσεις της πολιτικής με τους πολίτες δεν έχουν εξαλειφθεί (κι έχει σημασία το βάθος της εμπλοκής των βουλευτών που περιλαμβάνουν οι δικογραφίες).
Ολα αυτά συμβαίνουν στη χώρα μας σε έναν, για πολύ καιρό, ταραγμένο κόσμο με δύο πολέμους σε εξέλιξη και με την απειλή μιας παγκόσμιας πετρελαϊκής κρίσης. Η Ελλάδα είχε την τύχη να μην μπει στο επίκεντρο της κρίσης και όσων προηγήθηκαν, επειδή υπήρχε πολιτική σταθερότητα και μια ηγεσία που κινήθηκε προς την ενίσχυση της διεθνούς θέσης της χώρας (στο πεδίο της ενέργειας, των διεθνών συμμαχιών και της ασφάλειας).
Ολα αυτά, σήμερα, απειλούνται – από δυνάμεις που εύκολα ηθικολογούν αλλά δεν έχουν καταφέρει έως σήμερα να διαμορφώσουν εναλλακτική πρόταση εξουσίας. Η πολιτική πρόταση των δυνάμεων αυτών, όλης της αντιπολίτευσης, είναι μία: «να πέσει ο Μητσοτάκης». Και μετά;
Ακριβώς, λοιπόν, επειδή ούτε το ΠΑΣΟΚ ούτε τα γκρουπούσκουλα της Αριστεράς και της Ακροδεξιάς απαντούν σε αυτή την απλή ερώτηση, ο Μητσοτάκης συνεχίζει να έχει το πάνω χέρι. Απαντώντας καίρια στην ηθικολογία, έχει πλέον τη δυνατότητα να αλλάξει ριζικά και το κόμμα του, προτείνοντας και πολιτική κάθαρση και πολιτική σταθερότητα. Ετσι θα βαδίσει στις εκλογές. Και θα ζητήσει από τους πολίτες να απαντήσουν ποιοι θα κυβερνούν τη χώρα στον ταραγμένο κόσμο.






