Τι σημαίνει η απόφαση του ισραηλινού Υπουργικού Συμβουλίου Ασφάλειας την περασμένη Κυριακή για τη Δυτική Οχθη; Πρόκειται πράγματι για το πιο καθοριστικό βήμα προς την προσάρτησή της;
Οι εκτιμήσεις δεν διίστανται ως προς το επιδιωκόμενο, αλλά ως προς τον χρονικό ορίζοντα. Το ερώτημα είναι εάν πρόκειται για προαγγελία πλήρους προσάρτησης ή για ένα ακόμη βήμα προς μια σταδιακή, «σιωπηρή προσάρτηση» σε βάθος χρόνου.
Βέβαιο είναι ότι η διατύπωση περί «προώθησης μέτρων διευκόλυνσης αγορών γης και ενίσχυσης του διοικητικού ελέγχου στην Ιουδαία και τη Σαμάρεια», όπως το Ισραήλ αποκαλεί τη Δυτική Οχθη, δεν έπεισε. Εντός και εκτός Ισραήλ, πολλοί εκτιμούν ότι πρόκειται για κίνηση εδραίωσης μιας πραγματικότητας μόνιμου ελέγχου, ιδίως στην Περιοχή Γ’.
Οσλο και χάος
Επεξηγηματικά: οι Συμφωνίες του Οσλο διαίρεσαν τη Δυτική Οχθη σε τρεις ζώνες. Η Περιοχή Α’ (18%) τέθηκε υπό πλήρη παλαιστινιακό πολιτικό και αστυνομικό έλεγχο. Η Περιοχή Β’ (22%) διοικείται από την Παλαιστινιακή Αρχή, με το Ισραήλ να διατηρεί αρμοδιότητες ασφάλειας. Η Περιοχή Γ’ (60%) βρίσκεται υπό ισραηλινό έλεγχο. Εκεί βρίσκονται οι περισσότεροι οικισμοί και το μεγαλύτερο μέρος της γης που επηρεάζεται από ρυθμίσεις αδειοδότησης και πολεοδομικού σχεδιασμού.
Στην πράξη, ακόμη και «τεχνικές» αλλαγές στη Γ’ εκλαμβάνονται ως βήματα προς μόνιμη κυριαρχία, καθώς μεταβάλλουν τους όρους της καθημερινής διοίκησης. Ιδιαίτερης σημασίας θεωρείται η πρόβλεψη που θα επιτρέπει αγορές ιδιωτικής γης στη Δυτική Οχθη. Ο δε όρος «Περιοχή» είναι σε μεγάλο βαθμό σχήμα λόγου: ο χάρτης αποτυπώνει ένα μωσαϊκό, με την Α’ και τη Β’ να εμφανίζονται ως νησιά και νησίδες μέσα στη Γ’.
Η διεθνής κοινότητα θεωρεί τους οικισμούς παράνομους βάσει του Διεθνούς Ανθρωπιστικού Δικαίου και ιδίως του Αρθρου 49 (6) της Τέταρτης Σύμβασης της Γενεύης (1949), το οποίο ορίζει: «Η Κατοχική Δύναμη δεν θα εκτοπίζει ούτε θα μεταφέρει τμήματα του δικού της άμαχου πληθυσμού στο έδαφος που κατέχει».
Το Ισραήλ υποστηρίζει ότι η Δυτική Οχθη αποτελεί «διαφιλονικούμενο» και όχι «κατεχόμενο κυρίαρχο» έδαφος, με το επιχείρημα ότι η σχετική διάταξη αφορά αναγκαστικές μεταφορές πληθυσμών. Επιπλέον, προβάλλει ότι το 1967 η περιοχή δεν ανήκε σε διεθνώς αναγνωρισμένο κυρίαρχο κράτος, καθώς είχε καταληφθεί από την Ιορδανία το 1948.
Η διεθνής θέση απορρίπτει αυτή την ερμηνεία, θεωρώντας ότι το καθεστώς κατοχής εφαρμόζεται ανεξαρτήτως προτέρας κυριαρχίας. Το Ισραήλ επικαλείται επίσης τη Βρετανική Εντολή του 1922, η οποία αναγνώριζε δικαίωμα εβραϊκής εγκατάστασης δυτικά του Ιορδάνη. Η διεθνής απάντηση είναι ότι το καθεστώς της Εντολής έληξε το 1948 και δεν μπορεί να θεμελιώνει σύγχρονα δικαιώματα κυριαρχίας.
Οι ΗΠΑ στο επίκεντρο
Σε πολιτικό επίπεδο, το μεγαλύτερο μέρος της αντιπολίτευσης θεωρεί ότι οι συνέπειες μιας τέτοιας εξέλιξης θα είναι σοβαρές για τις σχέσεις με τις ΗΠΑ και τη διεθνή θέση της χώρας. Το κυβερνητικό μπλοκ και τμήμα της δεξιάς αντιπολίτευσης, αντιθέτως, εκτιμούν ότι υφίσταται παράθυρο ευκαιρίας, ακόμη και αν το τίμημα είναι υψηλό.
Η Ουάσιγκτον επανέλαβε τη ρητή αντίθεσή της σε προσάρτηση της Δυτικής Οχθης, συνδέοντας «μια σταθερή Δυτική Οχθη» με την ασφάλεια του Ισραήλ και με τον στόχο της ειρήνης στην περιοχή.
«Οχι» λένε οι Ισραηλινοί
Αριθμητικά, η κυβερνώσα πλειοψηφία διαθέτει τις 61 έδρες που απαιτούνται στην Κνεσέτ για την έγκριση μιας κίνησης προσάρτησης. Σε περίπτωση σφοδρής αμερικανικής αντίδρασης, ωστόσο, θεωρούνται πιθανές διαρροές.
Παρά ταύτα, οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι η προσάρτηση συγκεντρώνει κατά μέσο όρο περίπου 35% υποστήριξη μεταξύ των Ισραηλινών, χωρίς να έχει καταγραφεί ποτέ ως πλειοψηφική επιλογή. Το 33% προκρίνει συμφωνία με τους Παλαιστίνιους, ενώ το 18% προτιμά τη διατήρηση του υφιστάμενου καθεστώτος.
Το ερώτημα, συνεπώς, δεν είναι μόνο νομικό ή γεωπολιτικό· είναι και πολιτικοκοινωνικό: ποια βιωσιμότητα μπορεί να έχει μια τόσο κρίσιμη επιλογή, άμεσα ή έμμεσα, εάν δεν διαθέτει σαφή κοινωνική νομιμοποίηση και εάν ενδέχεται να οδηγήσει σε ρήξη με τον σημαντικότερο σύμμαχο της χώρας;






