Απρίλιος του 1960. Ο νεαρός Καναδός Λέοναρντ Κοέν βρίσκεται υπότροφος στο Λονδίνο. Εκεί, καλεσμένος σε μια βραδινή συγκέντρωση της Μπάρμπαρα Ρότσιλντ γνωρίζει τον σύζυγό της Νίκο Χατζηκυριάκο-Γκίκα και ακούει για το επιβλητικό σπίτι του ζωγράφου στην Υδρα. Λίγες μέρες αργότερα ο 25χρονος ποιητής φτάνει στο νησί αναζητώντας τον εαυτό του και τον δρόμο προς τη δημιουργία. Αλλωστε εκείνη την εποχή συνέβαινε συχνά στους ανήσυχους καλλιτέχνες η φυγή προς ανεξερεύνητους προορισμούς, καθώς μέσα τους είχε ξεκινήσει η διεργασία των συγκρούσεων και της ρήξης με το παλιό. Σε αυτό το κλίμα ο Κοέν έφτασε στην Υδρα, όπου διαπίστωσε ότι δεν ήταν ο μόνος ξένος που είχε εντοπίσει την ομορφιά του τόπου. Αυτό το κύμα νοσταλγίας για τη δεκαετία του '60 και τον μποέμ τρόπο ζωής που είχε εξαπλωθεί στην Υδρα από την παροικία των ποιητών, συγγραφέων και καλλιτεχνών του νησιού καταγράφει η Πόλι Σάμσον στο βιβλίο της «A Theatre for Dreamers» που κυκλοφόρησε χθες από τον οίκο Bloomsbury.

Για το μυθιστόρημά της (αναμένεται η ελληνική του έκδοση από τον οίκο Πατάκη) η συγγραφέας στέλνει την έφηβη ηρωίδα της στην Υδρα εκείνης της εποχής. Και εκείνη παρατηρεί μαγεμένη αυτόν τον κύκλο των νεαρών μποέμ αναχωρητών οι οποίοι συνυπάρχουν μέσα σε μια ατμόσφαιρα ηδονισμού, χρήσης αλκοόλ και LSD, συγγραφικού, μουσικού και εικαστικού πυρετού. Είναι τα χρόνια του '60 που για τους εμιγκρέδες της Υδρας τον χορό ανοίγει το ζευγάρι των συγγραφέων από την Αυστραλία Τζορτζ Τζόνστον και Τσάρμιαν Κλιφτ. Είναι εκείνοι οι οποίοι προσκάλεσαν τον Κοέν να μείνει μαζί τους μέχρι να βρει δικό του σπίτι. «Ηταν για μένα αστείρευτη πηγή έμπνευσης» θα δήλωνε ύστερα από χρόνια ο Κοέν για τον Τζόνστον και τη σύζυγό του. Οι δυο τους είχαν ήδη συμπληρώσει μια παραγωγική δεκαετία στην Υδρα, έχοντας εκδώσει και οι δύο μαζί 14 βιβλία στο διάστημα αυτό (εκεί γράφτηκε και το βιβλίο του Τζόνστον, «My Brother Jack», ένα κλασικό έργο της σύγχρονης αγγλόφωνης λογοτεχνίας, που εκδόθηκε το 1964). «Επιναν πιο πολύ από άλλους ανθρώπους, έγραφαν πιο πολύ, αρρώσταιναν πιο πολύ, έβριζαν πιο πολύ, βοηθούσαν τους άλλους πιο πολύ...» θα σημειώσει η Πόλι Σάμσον.

Ο Τζορτζ Τζόνστον ήταν αυτός που ενθάρρυνε τον νεαρό Κοέν να επιμελείται και να κάνει περικοπές στα γραπτά του ξανά και ξανά αλλά και να παρουσιάσει τα τραγούδια του ενώπιον κοινού. Στην αρχική συντροφιά προστέθηκε σύντομα και ο φωτορεπόρτερ Τζέιμς Μπερκ που ζούσε τότε στην Αθήνα και βρέθηκε στο νησί για να καλύψει με τη Leica του την αποικία εμιγκρέδων της Υδρας. Εκείνη τη χρονιά τράβηξε 1.573 φωτογραφίες στο νησί για λογαριασμό του περιοδικού «LIFE».

Την ίδια χρονιά είχε έρθει στο νησί και ο κοσμοπολίτης συγγραφέας Αξελ Γένσεν (αποκαλούμενος «Τζακ Κέρουακ της Νορβηγίας») με τη συμπατριώτισσά του Μαριάν Ιλέν και το νεογέννητο αγόρι τους. Η Ιλέν έμελλε σύντομα να γίνει «μούσα» και σύντροφος του Κοέν σε ένα ειδύλλιο που θα γινόταν θρυλικό. Ο Γένσεν πάντως ήταν ήδη ερωτευμένος με την αμερικανίδα ζωγράφο και σκηνοθέτρια Πατρίτσια Αμλιν. Αργότερα στη ζωή του ο Γένσεν θα υπέφερε από συχνά ψυχωτικά επεισόδια, εξαιτίας και της χρήσης LSD, ουσία που κυκλοφορούσε και στην Υδρα πριν από τα μέσα της δεκαετίας του '60. Σε εκείνον αναφέρεται το ποίημα του Κοέν «Tonight I burned the house I loved» («Απόψε έβαλα φωτιά στο σπίτι που αγαπούσα») που γράφτηκε όταν ο Γένσεν εγκατέλειψε τη Μαριάν και τον μικρό γιο τους, ενώ αργότερα και ο ίδιος θα τους εγκατέλειπε με τη σειρά του και θα έγραφε σε ένα άλλο ποίημα με τίτλο «Days of Kindness» («Μέρες καλοσύνης») την προσωπική του ελεγεία-προσευχή για «τη Μαριάν και το παιδί».

Η «ΚΑΤΑΡΑ». Εκτός όμως από τη γλυκιά μποεμία, το ελληνικό νησί συνδέθηκε από εκείνη την περίοδο με αυτό που έμεινε γνωστό ως η «κατάρα της Υδρας». Η τραγωδία του Τζορτζ και της Τσάρμιαν δεν έληξε όταν εκείνη έδωσε τέλος στη ζωή της το 1969, την παραμονή της κυκλοφορίας του βιβλίου του «Clean Straw for Nothing», στο οποίο την κατηγορούσε εμμέσως πλην σαφώς ότι η απιστία της ήταν αυτή που ευθυνόταν για τη φθορά της υγείας του. Ο ίδιος πέθανε την επόμενη χρονιά.