Νέα δεδομένα στην πολύκροτη υπόθεση των τηλεφωνικών υποκλοπών σηματοδοτούν οι τελευταίες δηλώσεις του ιδρυτή της Ιντελέξα Ταλ Ντίλιαν, που οδήγησαν τον δημοσιογράφο Θανάση Κουκάκη να ζητήσει διά του δικηγόρου του Ζαχαρία Κεσσέ την ανάσυρση της δικογραφίας από το αρχείο.

Πριν από λίγη ώρα, ο Ζαχαρίας Κεσσές και ο Θανάσης Κουκάκης προσήλθαν στην Εισαγγελία του Αρείου Πάγου και κατέθεσαν αίτηση ανάσυρσης του φακέλου από το αρχείο και την εξέταση του καταδικασμένου πρωτοδίκως Ταλ Ντίλιαν.

Αφορμή αποτέλεσαν οι πρόσφατες δηλώσεις του ιδρυτή της Intellexa στην Εφημερίδα των Συντακτών, ο οποίος ισχυρίστηκε ότι ούτε ο ίδιος, ούτε η εταιρεία του Intellexa λειτούργησαν οι ίδιοι το κατασκοπευτικό λογισμικό Predator στην Ελλάδα, καθώς και ότι ο μόνος που είχε τη δυνατότητα να το λειτουργήσει ήταν κυβερνήσεις και μυστικές υπηρεσίες, που αποτελούν και τους μοναδικούς πελάτες- αγοραστές της κατασκοπευτικής του τεχνολογίας.

«Πωλούμε σε κρατικές υπηρεσίες σύμφωνα με όλους τους απαιτούμενους κανονισμούς, αλλά ποτέ δεν λειτουργούμε τα συστήματα για λογαριασμό τους. Δεν λειτουργήσαμε ποτέ κανένα σύστημα στην Ελλάδα», δήλωσε χαρακτηριστικά ο Ταλ Ντίλιαν.

Σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην αίτηση «Δεδομένης της αδιαμφισβήτητης λειτουργίας του κατασκοπευτικού λογισμικού Predator στην Ελλάδα, οι ανωτέρω ισχυρισμοί του Ταλ Ντίλιαν ότι το κατασκοπευτικό λογισμικό Predator χρησιμοποιήθηκε και χρησιμοποιείται αποκλειστικά από κυβερνήσεις και μυστικές υπηρεσίες, οδηγούν στο λογικό συμπέρασμα ότι -κατά τους ισχυρισμούς του- οι εν λόγω παράνομες παρακολουθήσεις πραγματοποιήθηκαν είτε από την ΕΥΠ είτε από ξένη κυβέρνηση ή/και ξένη μυστική υπηρεσία».

Και προστίθεται ότι «ο ισχυρισμός αυτός, ιδωμένος στο πλαίσιο της ήδη διατυπωμένης πεποίθησης της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου ότι η ΕΥΠ δεν εμπλέκεται καθ’ οιονδήποτε τρόπο με τις παράνομες παρακολουθήσεις μέσω Predator, δεν μπορεί να μείνει ανεξέταστος, καθώς τυχόν βασιμότητά του θα σήμαινε κατασκοπευτική δράση τρίτης χώρας στην ελληνική επικράτεια».

Προχωρώντας μάλιστα ένα βήμα παραπέρα προστίθεται πως «το ενδεχόμενο παρακολούθησης ανώτατων πολιτικών και στρατιωτικών αξιωματούχων και ανώτατων στελεχών των μυστικών μας Υπηρεσιών, από ξένες κυβερνήσεις ή ξένες μυστικές υπηρεσίες, θέτει σε ανυπολόγιστο κίνδυνο την εθνική ασφάλεια της χώρας μας. Εξαιτίας αυτού του κινδύνου, η τυχόν μη διερεύνησή της ως άνω δήλωσης, επ’ ουδενί δεν μπορεί να δικαιολογηθεί επί τη βάσει της αμφισβήτησης της αξιοπιστίας του προσώπου που την πραγματοποίησε – ήτοι του Ταλ Ντίλιαν – εκ του γεγονός ότι φέρει την ιδιότητα του κατηγορουμένου».

Υπό αυτό το πρίσμα προβάλλεται «επιβεβλημένη η ουσιαστική διερεύνηση της βασιμότητας των όσων δήλωσε ο  Ταλ Ντίλιαν» προκειμένου να κληθεί ο ίδιος ο πρωταγωνιστής της υπόθεσης να εισφέρει στοιχεία που αποδεικνύουν τους ισχυρισμούς του και αφετέρου καλώντας τον ίδιο και τους λοιπούς συγκατηγορούμενούς του και συμμετέχοντες στην εταιρεία Intellexa (Sara Aleksandra Hamou, Φέλιξ Μπίτζιο και Ιωάννη Λαβράνο) να επιβεβαιώσουν τους ισχυρισμούς του και να εισφέρουν σχετικά αποδεικτικά στοιχεία.

Σε περίπτωση δε που λόγω της ιδιότητας των προαναφερόμενων προσώπων ως κατηγορουμένων θεωρηθούν εξ’ ορισμού ψευδή τα όσα ενδεχομένως εισφέρουν, τότε καθίσταται επιβεβλημένη η κλήτευση συγκεκριμένων προσώπων – στελεχών της εταιρείας Intellexa.

Ειδικότερα, ορισμένα εκ των προσώπων τα οποία σύμφωνα με τα όσα προέκυψαν από τη δικογραφία, διαδραμάτιζαν σημαίνοντα ρόλο στην λειτουργία της εταιρείας Intellexa στην Ελλάδα και δύνανται να εισφέρουν αποδεικτικά των ισχυρισμών του Ταλ Ντίλιαν.

Η εξέταση των προσώπων αυτών που κατονομάζονται ένα προς ένα είναι αναγκαία, όπως επισημαίνει στην αίτηση του ο Ζαχαρίας Κεσσές, «αφενός για την πλήρη και ουσιαστική διερεύνηση της υπόθεσης και αφετέρου για την προστασία της εθνικής ασφάλειας από τυχόν ανήκεστο βλάβη που θα μπορούσε να προκληθεί σε περίπτωση που ο Tal Dilian αληθώς ισχυρίζεται ότι το Predator χρησιμοποιήθηκε από κυβέρνηση ή μυστική υπηρεσία (ως τους μόνους πελάτες του) και η μυστική αυτή Υπηρεσία δεν ήταν η ΕΥΠ».

«Ζητάμε να κλείσει ένα κενό που εξακολουθεί να διακινδυνεύει την εμπιστοσύνη στην ελληνική δικαιοσύνη και την εθνική ασφάλεια», δήλωσε ο κ. Κεσσές μεταξύ άλλων μετά την κατάθεση της αίτησης.

Αξίζει να σημειωθεί τέλος ότι σύμφωνα με πληροφορίες τα θύματα των παρακολουθήσεων ετοιμάζονται να καταθέσουν και τις πρώτες αγωγές αποζημίωσης κατά των ήδη πρωτοδίκως καταδικασθέντων, ενώ εξετάζεται και το ενδεχόμενο προσφυγής στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου ώστε η σοβαρή αυτή υπόθεση να κριθεί και από το Δικαστήριο του Στρασβούργου.

ΣΧΟΛΙΑ
ΠΡΟΣΘΗΚΗ ΣΧΟΛΙΟΥ
0 /50
0 /2000
YouTube thumbnail