Νέα προειδοποίηση για τις προοπτικές της παγκόσμιας οικονομίας απευθύνει ο Οργανισμός Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ), ο οποίος αναθεώρησε προς τα κάτω τις προβλέψεις του για την ανάπτυξη το 2026, επισημαίνοντας ότι η γεωπολιτική κρίση στη Μέση Ανατολή αποτελεί πλέον έναν από τους σημαντικότερους παράγοντες κινδύνου για τη διεθνή οικονομική σταθερότητα. Η πολεμική σύγκρουση που ξέσπασε στα τέλη Φεβρουαρίου μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών, του Ισραήλ και του Ιράν, σε συνδυασμό με τον αποκλεισμό των Στενών του Ορμούζ από την Τεχεράνη, έχει προκαλέσει έντονες αναταράξεις στις παγκόσμιες αγορές ενέργειας και μεταφορών, δημιουργώντας αβεβαιότητα για την πορεία της ανάπτυξης, του πληθωρισμού και της απασχόλησης σε ολόκληρο τον κόσμο.
Στην τελευταία έκθεση οικονομικών προοπτικών, ο ΟΟΣΑ παρουσιάζει δύο διαφορετικά σενάρια για την εξέλιξη της διεθνούς οικονομίας. Το πρώτο, το οποίο θεωρείται και το πιθανότερο, βασίζεται στην επίτευξη μιας διαπραγματευμένης ειρηνευτικής συμφωνίας μέσα στους επόμενους μήνες. Σε αυτή την περίπτωση, οι πιέσεις στις αγορές ενέργειας θα αποκλιμακωθούν σταδιακά, οι θαλάσσιες μεταφορές θα επανέλθουν σε κανονικούς ρυθμούς και οι τιμές του πετρελαίου και του φυσικού αερίου θα αρχίσουν να υποχωρούν από το δεύτερο εξάμηνο του έτους. Ακόμη και σε αυτό το σχετικά ευνοϊκό σενάριο, ωστόσο, η παγκόσμια οικονομία αναμένεται να αναπτυχθεί με βραδύτερους ρυθμούς από εκείνους που προβλέπονταν πριν από την έναρξη της κρίσης.
Συγκεκριμένα, ο ΟΟΣΑ εκτιμά ότι η παγκόσμια ανάπτυξη θα διαμορφωθεί στο 2,8% το 2026, έναντι προηγούμενης πρόβλεψης για 2,9%, ενώ το 2027 αναμένεται να υπάρξει μια ήπια ανάκαμψη με ρυθμό ανάπτυξης 3,1%. Παρότι οι αριθμοί αυτοί δεν υποδηλώνουν παγκόσμια ύφεση, αποτυπώνουν μια οικονομία που χάνει σταδιακά τη δυναμική της, επηρεαζόμενη από το αυξημένο ενεργειακό κόστος, τις διαταραχές στις αλυσίδες εφοδιασμού και τη μείωση της εμπιστοσύνης των επενδυτών.
Πολύ πιο ανησυχητικό εμφανίζεται το δεύτερο σενάριο, το οποίο προβλέπει παράταση της κρίσης έως τα τέλη του 2026. Σε μια τέτοια εξέλιξη, οι συνέπειες θα είναι σημαντικά σοβαρότερες, καθώς η παρατεταμένη αβεβαιότητα θα μπορούσε να οδηγήσει σε ελλείψεις καυσίμων και λιπασμάτων, υψηλότερο κόστος παραγωγής, αυξημένες τιμές τροφίμων και αυστηρότερες χρηματοδοτικές συνθήκες για επιχειρήσεις και νοικοκυριά. Σύμφωνα με τους υπολογισμούς του ΟΟΣΑ, η παγκόσμια ανάπτυξη θα μπορούσε να περιοριστεί μόλις στο 2,1% το 2026 και να επιβραδυνθεί περαιτέρω στο 1,8% το 2027, επίπεδο που θεωρείται εξαιρετικά χαμηλό για τα διεθνή οικονομικά δεδομένα και θα μπορούσε να οδηγήσει αρκετές χώρες σε ύφεση.
Οι οικονομολόγοι του οργανισμού επισημαίνουν ότι μια τόσο έντονη επιβράδυνση θα συνοδευόταν από αύξηση της ανεργίας, επιδείνωση των δημόσιων οικονομικών και νέα αναζωπύρωση του πληθωρισμού. Οι τιμές της ενέργειας θα παρέμεναν σε υψηλά επίπεδα για μεγάλο χρονικό διάστημα, ενώ η αύξηση του κόστους μεταφοράς και παραγωγής θα μεταφερόταν σταδιακά στις τιμές των καταναλωτικών αγαθών. Το αποτέλεσμα θα ήταν ένα περιβάλλον που θα συνδύαζε χαμηλή ανάπτυξη και επίμονο πληθωρισμό, επαναφέροντας φόβους για στασιμοπληθωρισμό σε πολλές οικονομίες.
Ιδιαίτερα εκτεθειμένες θεωρούνται οι ασιατικές οικονομίες, καθώς εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από τις εισαγωγές πετρελαίου, φυσικού αερίου και λιπασμάτων που διέρχονται από τον Περσικό Κόλπο. Χώρες με ισχυρή βιομηχανική παραγωγή και μεγάλες ενεργειακές ανάγκες θα αντιμετωπίσουν αυξημένο κόστος λειτουργίας, γεγονός που ενδέχεται να επηρεάσει τόσο την ανταγωνιστικότητά τους όσο και την εσωτερική κατανάλωση. Παράλληλα, οι αναπτυσσόμενες οικονομίες κινδυνεύουν περισσότερο, καθώς οι δαπάνες για τρόφιμα και ενέργεια αποτελούν μεγαλύτερο ποσοστό του οικογενειακού προϋπολογισμού και τα κοινωνικά δίκτυα προστασίας είναι συχνά ανεπαρκή για να απορροφήσουν το σοκ.
Όσον αφορά τις επιμέρους οικονομίες, οι προβλέψεις του ΟΟΣΑ δείχνουν ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες θα διατηρήσουν θετικό ρυθμό ανάπτυξης της τάξης του 2% το 2026, παρά τις πιέσεις που δέχεται η οικονομία από την αύξηση του ενεργειακού κόστους και τη γεωπολιτική αβεβαιότητα. Η Κίνα εκτιμάται ότι θα αναπτυχθεί κατά 4,5%, παραμένοντας μία από τις βασικές κινητήριες δυνάμεις της παγκόσμιας οικονομίας, αν και με χαμηλότερους ρυθμούς σε σχέση με προηγούμενες δεκαετίες. Η Ινδία συνεχίζει να παρουσιάζει τις ισχυρότερες επιδόσεις μεταξύ των μεγάλων οικονομιών, με προβλεπόμενη ανάπτυξη 6,3%, επιβεβαιώνοντας τον ρόλο της ως ανερχόμενου παγκόσμιου οικονομικού κέντρου.
Στην Ευρώπη, η εικόνα παραμένει συγκρατημένη. Η οικονομία της Ευρωζώνης αναμένεται να αναπτυχθεί μόλις κατά 0,8%, αντανακλώντας τη χαμηλή παραγωγικότητα, την αδύναμη βιομηχανική δραστηριότητα και τις πιέσεις που προκαλεί το αυξημένο ενεργειακό κόστος. Η Ισπανία εμφανίζεται για ακόμη μία φορά ως η ισχυρότερη μεγάλη οικονομία της ζώνης του ευρώ με προβλεπόμενο ρυθμό ανάπτυξης 2,2%, ενώ η Γερμανία και η Γαλλία αναμένεται να κινηθούν σε σαφώς χαμηλότερα επίπεδα, κοντά στο 0,7%.
Στη Λατινική Αμερική, ο ΟΟΣΑ αναθεώρησε ελαφρώς προς τα πάνω την πρόβλεψη για τη Βραζιλία, εκτιμώντας ανάπτυξη 1,6%, ενώ διατήρησε αμετάβλητη την πρόβλεψη για την Αργεντινή στο 2,8%. Αντίθετα, για το Μεξικό η εκτίμηση υποβαθμίστηκε σημαντικά στο 1,3%, αντανακλώντας τις αυξανόμενες εξωτερικές πιέσεις και τη μείωση της οικονομικής δραστηριότητας.
Στο μέτωπο του πληθωρισμού, η εικόνα παραμένει εύθραυστη. Ο ΟΟΣΑ εκτιμά ότι στις χώρες της G20 ο μέσος ετήσιος πληθωρισμός θα αυξηθεί από 3,4% το 2025 σε 4% το 2026, πριν υποχωρήσει στο 3,1% το 2027, υπό την προϋπόθεση ότι θα εξομαλυνθούν οι αγορές ενέργειας και τροφίμων. Ωστόσο, οι αναλυτές προειδοποιούν ότι οποιαδήποτε περαιτέρω κλιμάκωση της κρίσης στη Μέση Ανατολή ή νέα εμπόδια στη διεθνή ναυσιπλοΐα θα μπορούσαν να ανατρέψουν γρήγορα αυτές τις προβλέψεις.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον αβεβαιότητας, ο ΟΟΣΑ καλεί τις κυβερνήσεις να κινηθούν με προσοχή, εφαρμόζοντας στοχευμένα και προσωρινά μέτρα στήριξης για νοικοκυριά και επιχειρήσεις χωρίς να επιβαρύνουν υπερβολικά τα δημόσια οικονομικά. Ο οργανισμός υπογραμμίζει ότι η διατήρηση δημοσιονομικών περιθωρίων αποτελεί κρίσιμο παράγοντα για την αντιμετώπιση ενδεχόμενων νέων κρίσεων, ενώ παράλληλα τονίζει την ανάγκη ενίσχυσης της ενεργειακής ασφάλειας και της ανθεκτικότητας των αλυσίδων εφοδιασμού. Το κεντρικό μήνυμα της έκθεσης είναι σαφές: η παγκόσμια οικονομία παραμένει ευάλωτη στις γεωπολιτικές αναταράξεις και η έκβαση της κρίσης στη Μέση Ανατολή θα αποτελέσει καθοριστικό παράγοντα για την πορεία της ανάπτυξης τα επόμενα δύο χρόνια.