Σε κατάσταση αυξημένου συναγερμού βρίσκονται οι αμερικανικές αρχές μετά τη ραγδαία εξάπλωση νέας επιδημίας Έμπολα στην Κεντρική Αφρική, με την κυβέρνηση των Ηνωμένων Πολιτειών να προχωρά σε δραστικά μέτρα περιορισμού των μετακινήσεων από χώρες που θεωρούνται επίκεντρο της υγειονομικής κρίσης.
Σύμφωνα με πληροφορίες της WSJ από το Στέιτ Ντιπάρτμεντ και αμερικανικά κυβερνητικά έγγραφα, η Ουάσιγκτον παγώνει προσωρινά την έκδοση βίζας για οποιονδήποτε έχει βρεθεί τις τελευταίες 21 ημέρες στο Νότιο Σουδάν, στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό ή στην Ουγκάντα.
Το μέτρο αφορά τόσο ξένους υπηκόους που σχεδίαζαν να ταξιδέψουν στις Ηνωμένες Πολιτείες όσο και κατόχους μόνιμης άδειας παραμονής, οι οποίοι επίσης θα υπόκεινται σε προσωρινούς περιορισμούς εισόδου εφόσον έχουν πρόσφατο ταξιδιωτικό ιστορικό στις συγκεκριμένες περιοχές. Η απόφαση ελήφθη έπειτα από επείγουσες συσκέψεις του Λευκού Οίκου, του Στέιτ Ντιπάρτμεντ και των αμερικανικών υπηρεσιών δημόσιας υγείας, καθώς οι φόβοι για διεθνή διασπορά του ιού εντείνονται.
Τα μέτρα ασφαλείας και οι περιορισμοί
Οι αμερικανικές αρχές εκτιμούν ότι το κρίσιμο διάστημα των 21 ημερών αντιστοιχεί στη μέγιστη περίοδο επώασης του ιού Έμπολα. Για τον λόγο αυτό, οποιοσδήποτε ταξιδιώτης έχει περάσει από τις πληγείσες περιοχές θεωρείται δυνητικά υψηλού κινδύνου, ακόμη και αν δεν παρουσιάζει συμπτώματα. Η εφαρμογή των περιορισμών θα γίνεται μέσω ελέγχων ταξιδιωτικού ιστορικού, στοιχείων αεροπορικών μετακινήσεων και ειδικών πρωτοκόλλων ασφαλείας στα αμερικανικά προξενεία και στα αεροδρόμια εισόδου.
Η κίνηση αυτή σηματοδοτεί μία από τις πιο αυστηρές παρεμβάσεις της κυβέρνησης Τραμπ σε ζητήματα δημόσιας υγείας και συνόρων μετά την πανδημία του κορωνοϊού. Στο εσωτερικό της αμερικανικής διοίκησης, ωστόσο, προκαλεί και πολιτικές συζητήσεις, καθώς η Ουάσιγκτον επιχειρεί τώρα να ενισχύσει τις επιχειρήσεις αντιμετώπισης της επιδημίας σε χώρες όπου τα προηγούμενα χρόνια είχαν περικοπεί σημαντικά κονδύλια αμερικανικής ανθρωπιστικής και ιατρικής βοήθειας.
Αμερικανοί αξιωματούχοι αναγνωρίζουν ότι η κατάσταση στην περιοχή εξελίσσεται με ανησυχητική ταχύτητα. Στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό, όπου καταγράφονται τα περισσότερα περιστατικά, νοσοκομεία και κέντρα περίθαλψης λειτουργούν υπό ασφυκτική πίεση, ενώ οι υγειονομικές υποδομές σε αρκετές επαρχίες παραμένουν εξαιρετικά περιορισμένες. Οι εικόνες από νοσοκομεία με ασθενείς σε απομόνωση, προσωπικό με ειδικές στολές προστασίας και οικογένειες που θρηνούν θύματα της νόσου έχουν επαναφέρει μνήμες από τις μεγάλες επιδημίες Έμπολα της προηγούμενης δεκαετίας.
Εξετάζεται και η δημιουργία κέντρων απομόνωσης
Παράλληλα, η κυβέρνηση των ΗΠΑ σπεύδει να αποστείλει επιπλέον ιατρικό εξοπλισμό, διαγνωστικά μέσα και εξειδικευμένο προσωπικό στις πληγείσες χώρες, επιδιώκοντας να ενισχύσει την τοπική ανταπόκριση πριν η επιδημία λάβει ανεξέλεγκτες διαστάσεις. Διπλωματικές πηγές αναφέρουν ότι εξετάζεται ακόμη και η δημιουργία προσωρινών κέντρων απομόνωσης με αμερικανική χρηματοδότηση, ενώ βρίσκονται σε εξέλιξη συνομιλίες με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας (ΠΟΥ) και διεθνείς ανθρωπιστικές οργανώσεις.
Ο Έμπολα θεωρείται μία από τις πιο θανατηφόρες ιογενείς ασθένειες παγκοσμίως, με υψηλό ποσοστό θνησιμότητας και μετάδοση μέσω επαφής με σωματικά υγρά μολυσμένων ατόμων. Τα συμπτώματα περιλαμβάνουν υψηλό πυρετό, αιμορραγίες, έντονη αδυναμία και πολυοργανική ανεπάρκεια. Η γρήγορη ανίχνευση και η απομόνωση κρουσμάτων αποτελούν κρίσιμα στοιχεία για τον περιορισμό της διασποράς.
Στην Ουάσιγκτον, οι υπηρεσίες ασφαλείας εξετάζουν ήδη σενάρια περαιτέρω αυστηροποίησης των μέτρων, εφόσον η κατάσταση επιδεινωθεί. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται επιπλέον ταξιδιωτικοί έλεγχοι, υποχρεωτικές καραντίνες και διεύρυνση της λίστας χωρών που θα υπόκεινται σε περιορισμούς. Παράλληλα, αμερικανικές αεροπορικές εταιρείες και διεθνείς αερομεταφορείς έχουν λάβει οδηγίες να ενισχύσουν τα πρωτόκολλα ελέγχου επιβατών που προέρχονται από την Αφρική.
Η νέα κρίση επαναφέρει στο προσκήνιο τη συζήτηση για την παγκόσμια ετοιμότητα απέναντι σε διασυνοριακές επιδημίες και για το κατά πόσο οι μεγάλες δυνάμεις έχουν επενδύσει επαρκώς στη διεθνή υγειονομική ασφάλεια. Πολλοί ειδικοί υποστηρίζουν ότι οι περικοπές σε διεθνή προγράμματα υγείας τα προηγούμενα χρόνια αποδυνάμωσαν κρίσιμους μηχανισμούς επιτήρησης και πρόληψης, καθιστώντας δυσκολότερη την έγκαιρη ανάσχεση νέων επιδημιών.