Ναι, φυσικά και το είχα ακουστά το Σόχο – το όνομα της νεοϋορκέζικης συνοικίας κυκλοφορούσε στα ελληνικά υλικά λαϊφστάιλ, και το είχα υπ’όψιν μου και από ταινίες, μεγαλώνοντας στην Αθήνα τις δεκαετίες ’80-’90. Κάπου τότε πρέπει να πρωτοάκουσα και την έννοια του “λοφτ στο Σόχο” – ενός μεγάλου ενιαίου εντυπωσιακού χώρου, κάτι ανάμεσα σε εργαστήριο και διαμέρισμα, αλλά και λίγο γκαλερί, όπου μένουν και δουλεύουν οι εικαστικοί. Μου’ρχεται στο μυαλό ο Άντι Γουώρχολ – και το Φάκτορι ένα είδος λοφτ δεν ήταν; (Όχι στο Σόχο όμως, λίγο παραπάνω.) Μα και ο Μαξ φον Σίντοφ, βλοσυρός και βασανισμένος ζωγράφος στo “H Χάννα και οι αδελφές της”, σε ένα λοφτ δεν μένει; Στην ανάμνησή μου της ταινίας, συνυπάρχουν τα έργα του με ένα ψυγείο. (Αυτό ήταν όντως στο Σόχο.) Βέβαια τότε δεν είχα ιδέα ότι επρόκειτο για ακρωνύμιο, ότι προέρχεται από τον προσδιορισμό “South of Houston” (SoHo) – δηλαδή σημαίνει την περιοχή νότια από την Οδό Houston στο Μανχάτταν.
Όποια κι αν ήταν η χρονική στιγμή που πρωτοέμαθα για το Σόχο, πρωτοάρχισα να το γνωρίζω όταν το επισκέφθηκα. Αγωνιούσα φυσικά να δω όσο περισσότερα αξιοθέατα μπορούσα, αφού πίστευα ότι η πρώτη μου φορά στο Μεγάλο Μήλο θα ήταν και η τελευταία (ένα ταξίδι στη Νέα Υόρκη φτάνει για μια ζωή – ποιος ταπεινός θνητός θα τολμούσε να ζητήσει περισσότερα;). Όμως άλλα μου επεφύλασσε η μοίρα, κι έτσι σήμερα, αναπολώντας εκείνο το παρθενικό ταξίδι του 2005, μετράω σχεδόν εικοσιένα χρόνια ως κάτοικος Μανχάτταν. Παράξενη που είναι η ζωή.
Τα πρώτα χρόνια της εμπειρίας μου με τη γειτονιά είχαν τη γεύση του ενθουσιασμού και της άνευ όρων παράδοσης στο “τρέντι”: ατελείωτο χάζι στις Οδούς Prince και Spring με τα πολυτελή καταστήματα ρούχων και καλλυντικών, και με τα σικ μπαρ και εστιατόρια, όπου ηθοποιοί που παίζουν στις παραστάσεις μας στο μεταπτυχιακό του Columbia βγάζουν τα προς το ζην ως γκαρσόνες και μπάρμεν.
Τι Μπαλτάζαρ, τι Μπακάκος
Το “Balthazar” το χάζευα απ’την αρχή, αλλά δεν είχα καθίσει ποτέ – περίμενα μια πολύ σπέσιαλ περίπτωση για αυτή τη σπέσιαλ μπρασερί – και να που ήρθε: η πρώτη επίσκεψη του μπαμπά μου στη Νέα Υόρκη, για την πτυχιακή μου παράσταση το 2007. Ως εκ θαύματος, επρόκειτο να ακολουθήσουν και άλλες, επισκέψεις και παραστάσεις – έμεινε έκθαμβος και επέστρεψε πολλές φορές, υποκύπτοντας κι εκείνος, όπως τόσοι άλλοι, στα θέλγητρα της μητρόπολης. Οπότε στα επόμενα ταξίδια του πατέρα μου, το “Balthazar” επρόκειτο να εξελιχθεί σε στέκι μας, κάτι σαν τον Μπακάκο: αν και δεν καθίσαμε μέσα παρά ελάχιστες φορές, το παγκάκι δίπλα στην είσοδο αποτέλεσε για χρόνια βολικό σημείο συνάντησης, σε εποχές που δεν εξαρτιόμασταν τόσο από τα κινητά, και τα ραντεβού εκτός σπιτιού βάζαμε τα δυνατά μας να τα τηρήσουμε.
Εκείνη την πρώτη φορά, λοιπόν, που για την πτυχιακή μου ήρθε όλο μου το σόι απ’την Αθήνα, το λιθόστρωτο Σόχο είχε γίνει κάτι σαν το “χωριό” μας: η αδερφή μου ψάχνει για μποτάκια Τίμπερλαντ,η ξαδέρφη μου για Lucky Brand τζιν, η φίλη μου (και ηθοποιός στην παράστασή μου) πάει κομμωτήριο εκεί, η άλλη φίλη και ηθοποιός δουλεύει γκαρσόνα σε γαλλικό εστιατόριο εκεί (και το βράδυ παίζει στην ίδια παράσταση), ενώ το “Sex & the City: Η Ταινία” γυρίζει σκηνές παραδίπλα.
Το σιδηρόχυτο Σόχο
Τα χρόνια περνούν, εγώ ακόμα να φύγω από τη Νέα Υόρκη (σε αντίθεση με πολλούς από τους φίλους και συνεργάτες εκείνων των μεθυστικών ετών του μεταπτυχιακού), και πρόσφατα η σχέση μου με τo Σόχο μεταμορφώθηκε: αν και εξακολουθώ να χαζεύω τα εμπορικά και τα καφέ, το ενδιαφέρον μου έχει μετατοπιστεί από τα φανταχτερά ισόγεια στη συνολική όψη των κτιρίων. Έτσι έδωσα επιτέλους τη δέουσα προσοχή στον προσδιορισμό της συνοικίας ως “σιδηρόχυτης” (“cast-iron district”).
Ναι, είχα ξαναδεί τις εξαίσιες λευκές ή βαθυκόκκινες ή πράσινες προσόψεις, και είχα εντυπωσιαστεί από τους κομψούς κίονες με τα εξαιρετικά περίτεχνα κιονόκρανα, και από τα πολυάριθμα, μεγάλα ομοιόμορφα παράθυρα σε κάθε όροφο∙ όμως όλα αυτά τα χαρακτηριστικά, αν και τα είχα δει, δεν τα είχα οργανώσει σε μια συνεκτική συνειδητοποίηση, δεν είχαν γίνει “γνώση” – ήταν σκόρπιες πληροφορίες, εντυπώσεις. Κοιτώντας πάνω (και πέρα) από τις αστραφτερές βιτρίνες, ανακάλυψα ότι η τρέντι δεκαετία του ’70 δεν ήταν η πρώτη περίοδος άνθησης της γειτονιάς. Εκατό χρόνια πριν, είχε προηγηθεί ένα άλλου είδους “τρέντι”: η εμπορική έκρηξη της περιοχής στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα χάρη στην ελαφρά βιομηχανία.
Η συνοικία οφείλει την πρώτη ακμή της στη διάδοση και τελειοποίηση μιας οικοδομικής τεχνικής που επιτρέπει την κατασκευή κιόνων και άλλων διακοσμητικών στοιχείων μέσω καλούπωσης και χύτευσης σιδήρου. Οι αρχιτεκτονικές λεπτομέρειες επιτυγχάνονται πλέον με καλούπια, αντί να πρέπει να σκαλιστούν με το χέρι. Ελαφρύτερος από την πέτρα, ανθεκτικός και ευέλικτος, ο χυτοσίδηρος (μαντέμι) κάνει τη διακόσμηση των προσόψεων πολύ πιο εύκολη, γρήγορη και οικονομική, και η δημοφιλής χρήση του οδηγεί σε ένα μοναδικό αρχιτεκτονικό στυλ. Από το 1860 και μετά, χτίζονται με βάση τον χυτοσίδηρο πλήθος τριώροφα έως πενταώροφα κτίρια, τα οποία προορίζονταν για βιοτεχνική και εμπορική χρήση. Ψηλοτάβανα, τα ισόγεια έχουν συνήθως πολύ μεγάλα παράθυρα (που αξιοποιούν στο έπακρο τον φυσικό φωτισμό) και τεράστιους ενιαίους χώρους για την έκθεση των αγαθών, ενώ στους ορόφους βρίσκονταν τα γραφεία, οι αποθήκες και οι χώροι παρασκευής. Η “Συνοικία του Χυτευμένου Σιδήρου” γίνεται το εμπορικό κέντρο της Νέας Υόρκης για υφάσματα, ρούχα, πορσελάνες, γυαλικά, αλλά και προϊόντα καπνού.
Το εντυπωσιακό όμως είναι ότι οι Νεοϋορκέζοι επιχειρηματίες του 1880 που σέβονταν τον εαυτό τους ήθελαν όχι μόνο τα καταστήματά τους αλλά ακόμα και τα βιομηχανικά τους κτίρια να είναι διακοσμημένα με στοιχεία που σήμερα φαντάζουν πιο ταιριαστά σε επαύλεις και πολυτελή ξενοδοχεία παρά σε βιοτεχνίες. Μαγαζιά και εργοστάσια έχουν αριστουργηματικές προσόψεις σε στυλ όπως Βικτωριανό Γοτθικό ή Ιταλικής Αναγέννησης. Εντάξει, δεν επρόκειτο για βαριά βιομηχανία, όμως και πάλι, τι παράξενο να πηγαίνεις για δουλειά σε φάμπρικα με πρόσοψη σε στυλ Δεύτερης Γαλλικής Αυτοκρατορίας!
Σε ύφεση ήδη από το γύρισμα του 20ου αιώνα, αφενός γιατί τα “ιν” καταστήματα άρχισαν να μετακομίζουν στην Πέμπτη Λεωφόρο, αφετέρου γιατί τα εν λόγω κτίρια θεωρούνταν πλέον ξεπερασμένα για τις ανάγκες της εξελισσόμενης σύγχρονης βιομηχανίας, η πρώην θάλλουσα αυτή γειτονιά είχε καταντήσει στα τέλη του ’50 ένας υποβαθμισμένος “διαβολότοπος” (“hell’s hundred acres”). Άσε που γλίτωσε τη μαζική κατεδάφιση στο τσακ, αφού την περιοχή προδιαγραφόταν να την ισοπεδώσει ένας (ευτυχώς μη υλοποιηθείς) γιγαντιαίος αυτοκινητόδρομος. Ακριβώς χάρη σε μελέτες εκείνης της εποχής, καθιερώθηκε και το ακρωνύμιο SoHo.
Η αναγέννηση του ’60 και το “loft-living”
Και έρχεται η δεκαετία του ’60, η οποία έμελλε να σηματοδοτήσει την αναγέννηση της περιοχής: στην παρηκμασμένη, βρώμικη και επικίνδυνη συνοικία αρχίζουν να μετακομίζουν (παράνομα) καλλιτέχνες, που βρίσκουν στους άδειους ενιαίους μεγάλους χώρους στέγη όχι μόνο για να δημιουργούν και να εκθέτουν τα έργα τους, αλλά και για να μείνουν οι ίδιοι, και έτσι γεννιέται το “λοφτ”. Χρειάστηκαν χρόνια και αγώνες για να μετατραπούν, τόσο θεσμικά όσο και πρακτικά, οι πρώην βιοτεχνίες και αποθήκες σε ατελιέ-γκαλερί-διαμερίσματα, αφού, πρώτον, απαγορευόταν η κατοίκησή τους, και επιπλέον δεν είχαν φυσικά υποδομές κατοικίας – οι πρώτοι ριζοσπάστες έπρεπε να φτιάξουν τουαλέτες κλπ. Πατώντας κυριολεκτικά πάνω στο κουφάρι του νεκρού εμπορικού “τρέντι” του 19ου αιώνα, οι εικαστικοί πρωτοπόροι όχι μόνο ανέστησαν τα περίφημα σιδηρόχυτα κτίρια αλλά και καθιέρωσαν έναν επαναστατικό τρόπο ζωής, χωρίς διαχωριστικά για δωμάτια αλλά και χωρίς διαχωρισμό ζωής και εργασίας. (Την τελευταία φορά που κρυφοκοίταξα με αδηφαγία ένα αριστοτεχνικά φωτισμένο θεσπέσιο εσωτερικό στον πρώτο όροφο από το επίπεδο του δρόμου στην Οδό Broome, δεν μπορούσα να καταλάβω αν ήταν κατάστημα, γκαλερί ή διαμέρισμα.)
Ονειροπόληση και άσκηση
Ο ρομαντικός εαυτός μου φαντάζεται μια υπάλληλο του 1890 να πηγαίνει στη δουλειά κρατώντας το καπελάκι της με τους φιόγκους για να μην της το πάρει ο αέρας του Ατλαντικού. Διασχίζει την αψιδωτή είσοδο της κορδελοποιΐας, ανεβαίνει τα σκαλιά σηκώνοντας λίγο το μακρύ της φόρεμα και παίρνει θέση περιχαρής στη ραπτομηχανή. Ωστόσο μια πρόχειρη ματιά σε πηγές γκρεμίζει το Μπελ-Επόκ όραμά μου και αποκαλύπτει ότι οι χρυσές επιχειρήσεις με τις έξοχες προσόψεις δεν ήταν παρά ζοφερά κάτεργα από πλευράς συνθηκών εργασίας, ειδικά για τις γυναίκες (χαμηλοί μισθοί, εξουθενωτικά ωράρια, αδικίες στη δυνατότητα ανέλιξης, ανθυγιεινό περιβάλλον).
Παρά την απομυθοποίηση, βγαίνω κερδισμένη από αυτή την άσκηση στην ερώτηση “πώς να ήταν άραγε η ζωή όταν…” Και το χρωστάω στο “σιδηρούν προσωπείο” του Σόχο, που μου έγνεψε να το “σκαλίσω”, και να δω πίσω – και πέρα – από τις βιτρίνες.