Πέρασαν 28 χρόνια, σχεδόν τρεις δεκαετίες από τότε που ο Πανιώνιος στέφθηκε Κυπελλούχος Ελλάδος. Άπαντες στη Νέα Σμύρνη το θυμούνται σαν να μην πέρασε μία μέρα. Ο εμβληματικός αρχηγός του «Ιστορικού», Λεωνίδας Βόκολος, αναπολεί τις στιγμές του παρελθόντος, περιγράφοντας γλαφυρά την πορεία της ομάδας προς τον τίτλο. 

Τα χρόνια περνούν και μαζί τους χάνονται σημαντικές στιγμές. Οι επέτειοι, ωστόσο, των μεγάλων γεγονότων έχουν τη δύναμη να ξαναφέρνουν στο παρόν την αίγλη του παρελθόντος, ακόμη και 28 χρόνια μετά. Σαν σήμερα, στις 29 Απριλίου 1998, ο άθλος του Πανιωνίου ζωντανεύει ξανά, προκαλώντας συγκίνηση και νοσταλγία στους φιλάθλους του συλλόγου. 

Ο «Ιστορικός», σε μια χρονιά που μοιάζει βγαλμένη από παραμύθι, κατέκτησε το Κύπελλο Ελλάδας κόντρα σε όλους και σε όλα. Η νεοφώτιστη τότε στην Α’ Εθνική ομάδα της Νέας Σμύρνης, αφού ξεπέρασε τα εμπόδια των Πανελευσινιακού, Ορφέα Αλεξανδρούπολης και Απόλλωνα Καλαμαριάς, βρέθηκε απέναντι στους… μεγάλους και βγήκε νικήτρια. Πρώτα ο ΠΑΟΚ στα ημιτελικά και έπειτα ο Παναθηναϊκός στον τελικό λύγισαν απέναντι στους παίκτες με τα κυανέρυθρα. 

Ο Λεωνίδας Βόκολος, αρχηγός εκείνης της ομάδας, μιλά στο tanea.gr για την πορεία του Πανιωνίου στο Κύπελλο Ελλάδας, από την αρχή μέχρι τη στέψη. Τονίζει την ενότητα που χαρακτήριζε το σύνολο, ενώ παράλληλα περιγράφει τα συναισθήματα τα δικά του και των συμπαικτών του κατά τη διάρκεια του τελικού, αλλά και με τη λήξη του.

Ο πρώην ποδοσφαιριστής  των κυανέρυθρων είχε μια σημαντική πορεία, με επιτυχημένες θητείες σε Παναθηναϊκό, ΠΑΟΚ, Καλλιθέα και ΑΠΟΠ Κινύρας Πέγειας, συνοδευόμενες από ποικίλες διακρίσεις. Πλέον, συνεχίζει να υπηρετεί το ποδόσφαιρο από το πόστο του προπονητή.

YouTube video player

Ως νεοφώτιστοι στην Α’ Εθνική τι στόχους είχατε οριοθετήσει; Το κύριο μέλημά σας ήταν η παραμονή και η πορεία, και η κατάκτηση του Κυπέλλου ήταν κάτι που προέκυψε στην εξέλιξη της σεζόν;

«Ακριβώς. Ήταν μία  δύσκολη χρονιά με αλλαγή προπονητή στα μέσα της, όσον αφορά στο πρωτάθλημα. Ωστόσο, στο κύπελλο προχωρούσαμε γιατί είχαμε δημιουργήσει μια πολύ καλή παρέα, μια οικογένεια. Με τα περισσότερα παιδιά ήμασταν αρκετά χρόνια μαζί. Έλληνες και ξένοι είχαμε δέσει. Για μένα, το πιο σημαντικό στοιχείο της ομάδας εκείνης ήταν αυτό. Το γεγονός αυτό φάνηκε και στην πορεία μας προς το τίτλο.

Σιγά σιγά περνώντας τις πρώτες φάσεις του κυπέλλου, φτάσαμε στα κρίσιμα παιχνίδια με τον ΠΑΟΚ, στα ημιτελικά σε Νέα Σμύρνη και στην Τούμπα. Με την βοήθεια της τύχης αλλά και την πολύ καλή μας παρουσία καταφέραμε να περάσουμε στον τελικό. Εκεί, απέναντι στον Παναθηναϊκό δεν είχαμε να χάσουμε κάτι. Ήμασταν διψασμένοι για διάκριση και καταφέραμε να κάνουμε ένα απίστευτο παιχνίδι. Πήραμε ένα Κύπελλο που κανείς δεν περίμενε. Αν το λέγαμε στη αρχή της χρονιάς δύσκολα θα το πίστευε κάποιος».

Σε ποιο σημείο της χρονιάς πιστέψατε ως ομάδα ότι μπορείτε να φτάσετε μέχρι τον τελικό και την κατάκτηση του τίτλου;

«Μετά τον πρώτο ημιτελικό στη Νέα Σμύρνη απέναντι στον ΠΑΟΚ, όπου κερδίσαμε με δικό μου γκολ, αρχίσαμε πλέον να πιστεύουμε ότι μπορούμε να το καταφέρουμε. Στον επαναληπτικό στην Τούμπα παίξαμε εξαιρετικά, παίρνοντας το αποτέλεσμα που θέλαμε. Μετά, στον τελικό, σε ένα παιχνίδι 90 λεπτών, δώσαμε τον καλύτερό μας εαυτό χωρίς άγχος, αφού ήδη ο Πανιώνιος βρισκόταν στον τελικό, κάτι πολύ σημαντικό για τον σύλλογο.

Μπήκαμε μέσα, το ευχαριστηθήκαμε και ήμασταν πάρα πολύ διψασμένοι για αυτό το παιχνίδι, ώστε να επαναλάβουμε το κατόρθωμα της ομάδας το 1979, την κατάκτηση του Κυπέλλου. Ο Πανιώνιος είχε πολύ κόσμο, είχε ξεσηκωθεί όλη η Νέα Σμύρνη, δίνοντάς μας πολύ μεγάλη ώθηση να πετύχουμε τον στόχο μας».

Στο πρώτο παιχνίδι του Κυπέλλου Ελλάδας ηττηθήκατε από τον Πανελευσινιακό με 3-1. Ωστόσο, στη ρεβάνς στη Νέα Σμύρνη καταφέρατε να ανατρέψετε το εις βάρος σας σκορ, επικρατώντας με 3-0. Ήταν εκείνο το παιχνίδι το κομβικό σημείο για την πορεία σας προς την επιτυχία;

«Μπορούμε να το πούμε και έτσι, από τη στιγμή που είχαμε χάσει με 3-1 και καταφέραμε να το ανατρέψουμε στη Νέα Σμύρνη. Στον πρώτο αγώνα δεν παίξαμε καλά, γιατί τότε, στην αρχή της χρονιάς, η ομάδα είχε θέματα τόσο αγωνιστικά όσο και εξωαγωνιστικά. Γενικά, ήταν μια δύσκολη χρονιά για εμάς, αλλά πιστεύαμε σε αυτή την ομάδα. Ήταν πολύ σημαντικό αυτό που προείπα, ότι ήμασταν οικογένεια. Είχαμε ποιότητα, πολύ καλούς παίκτες, αλλά ο πιο κομβικός παράγοντας της επιτυχίας ήταν ότι καταφέραμε να διαφυλάξουμε τα αποδυτήρια, παρά τα προβλήματα που υπήρχαν».

Μέχρι να φτάσετε στα ημιτελικά απέναντι στον ΠΑΟΚ, αντιμετωπίσατε ομάδες από χαμηλότερες κατηγορίες. Σας βοήθησε αυτό στην πορεία σας ή αντίθετα, αυτά τα παιχνίδια έκρυβαν παγίδες και σας δημιουργούσαν επιπλέον πίεση;

«Σίγουρα η κλήρωση μας βοήθησε αρκετά, καθώς η δυναμικότητα των αντιπάλων μας μέχρι τα ημιτελικά δεν ήταν μεγάλη. Όμως, απέναντι στον ΠΑΟΚ τα πράγματα σοβάρεψαν. Είχαμε φτάσει ήδη στους «4» και νομίζω ότι η πίστη, η ενότητα, η ικανότητα και η εμπειρία ήταν τα στοιχεία που μας έκαναν να προχωρήσουμε. Είχαμε αποκτήσει εμπειρία και εμείς, τα παιδιά του Πανιωνίου.

Εγώ ήμουν από μικρό παιδί στην ομάδα, αλλά είχα φτάσει πλέον σε μια ηλικία, 28 χρόνων, με πολλές συμμετοχές στην Α’ Εθνική, όπως και άλλα παιδιά: ο Φύσσας, ο Μάντζιος, ο Σαπουντζής, ο Καμίτσης, ο Κατσαμπής, ο Καρασαββίδης και ο Ιωαννίδης. Ήμασταν μια ομάδα με εμπειρία και ενέργεια. Πολλοί είπαν ότι ήταν τυχαίο. Εγώ δεν το πιστεύω αυτό. Τίποτα δεν ήταν τυχαίο. Η κατάκτηση του Κυπέλλου ήρθε μέσα από την ικανότητά μας και την πίστη στους εαυτούς μας και την ομάδα μας».

Στο πρώτο ημιτελικό απέναντι στον ΠΑΟΚ πετύχατε το γκολ που ουσιαστικά έκρινε την πρόκριση. Εκείνη τη στιγμή συνειδητοποιήσατε τη σημασία του;

«Ήταν ένα πολύ σημαντικό γκολ. Το κατατάσσω σε αυτά που μου έχουν δώσει τη μεγαλύτερη συγκίνηση. Όταν σκοράρεις στο 90’, απέναντι στον ΠΑΟΚ σε ημιτελικό και παίρνεις τη νίκη με 1-0, αυτομάτως αποκτάς προβάδισμα πρόκρισης, ειδικά όταν γνωρίζεις ότι στο δεύτερο παιχνίδι θα αγωνιστείς σε μια γεμάτη Τούμπα.

Με το 1-0 του πρώτου αγώνα αποκτήσαμε μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση και «αέρα». Μπήκαμε στη ρεβάνς και πραγματοποιήσαμε μια πολύ καλή εμφάνιση, που μας έδωσε την πρόκριση στον τελικό».

YouTube video player

Μετά τη λήξη της ρεβάνς στην Τούμπα και την πρόκριση στον τελικό, ποια ήταν τα πρώτα συναισθήματα;

«Τρέλα, χαρά και ικανοποίηση. Γυρνώντας στη Νέα Σμύρνη, ο κόσμος μας αγκάλιασε όπως πάντα άλλωστε. Από εκεί και πέρα, πλέον ζούσαμε για το παιχνίδι απέναντι στον Παναθηναϊκό».

Βλέποντας πριν την έναρξη του τελικού το μισό «Γ. Καραϊσκάκης» ντυμένο στα κυανέρυθρα και την αδημονία του κόσμου για το τρόπαιο, πήρατε μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση και αποφασιστικότητα;

«Βέβαια, βέβαια. Ήμασταν… αγριεμένοι σε εκείνο το παιχνίδι. Για εμάς ήταν ένας αγώνας δίχως αύριο. Ο Παναθηναϊκός ήταν μία ομάδα με πολλούς τίτλους, άλλου επιπέδου. Άρα είναι εύκολα κατανοητό πόσο σημαντικό ήταν για εμάς να κατακτήσουμε αυτό το Κύπελλο. Το πιστέψαμε από το πρώτο λεπτό, έχοντας στο πλευρό μας τον κόσμο μας, ο οποίος εκείνη την περίοδο ήταν συγκλονιστικός,. Σε κάθε φάση πηγαίναμε πρώτοι στη μπάλα, «δαγκώναμε». Ήμασταν όλοι σε εξαιρετική κατάσταση».

Ο κύριος Εμβολιάδης, ο προπονητής σας, ο οποίος έχει κατακτήσει τον τίτλο και ως παίκτης με τον Πανιώνιο, σας είπε κάτι στα αποδυτήρια πριν τον τελικό που σας έχει μείνει στη μνήμη;

«Ο Χρήστος Εμβολιάδης μαζί με τον αείμνηστο Δημήτρη Μαυρίκη ανέλαβαν μια πολύ δύσκολη αποστολή, μετά τη φυγή του Κυράστα στα μέσα της χρονιάς. Ως μεγάλες προσωπικότητες, μας βοήθησαν πολύ στο ψυχολογικό κομμάτι, με τις εικόνες, τις παραστάσεις και την εμπειρία τους, καθώς είχαν βρεθεί και οι ίδιοι σε παρόμοιες καταστάσεις. Μας προετοίμασαν κατάλληλα για τον τελικό.

Στον αγώνα παραταχθήκαμε χωρίς άγχος, αλλά με θέληση και πάθος για το τρόπαιο. Μια μέρα πριν τον τελικό, όλη η ομάδα μείναμε σε ξενοδοχείο και από νωρίς το απόγευμα ήμασταν όλοι μαζί, σε ένα δωμάτιο. Το ευχαριστιόμασταν, γιατί δεν είχαμε ξαναφτάσει μέχρι τον τελικό, οπότε το συναίσθημα ήταν πρωτόγνωρο και ήμασταν πραγματικά μια πολύ δεμένη παρέα».

Τη στιγμή που ο Ιωαννίδης αποβάλλεται και μένετε με εννέα παίκτες, κλονίστηκε έστω και λίγο η πίστη σας για την κατάκτηση του τροπαίου;

«Εκείνη τη στιγμή μέσα στο παιχνίδι δεν το σκέφτεσαι. Υπερβάλλεις εαυτόν. Θυμάμαι, όταν τελείωσε το παιχνίδι ήμουν πολύ κουρασμένος, όπως και όλοι οι συμπαίκτες μου. Από τη στιγμή που κάναμε το 1-0 με το γκολ του Δημήτρη Ναλιτζή, αποκτήσαμε περισσότερο θάρρος και αυτοπεποίθηση. Ακόμα και με τους εννέα παίκτες που μείναμε, η διαφορά ήταν πολύ μεγάλη. Δεν νομίζω πως ο Παναθηναϊκός μας απείλησε ιδιαίτερα, αν εξαιρέσουμε μία-δύο φάσεις στο τέλος, όπου χρειαστήκαμε και λίγη τύχη. Θυμάμαι χαρακτηριστικά τη λήξη του αγώνα.

Αυτή τη στιγμή δεν θα την ξεχάσω ποτέ, γιατί μέχρι να σφυρίξει ο διαιτητής πρέπει να παραμένεις απόλυτα συγκεντρωμένος στο αγωνιστικό κομμάτι· δεν έχεις το περιθώριο να σκεφτείς οτιδήποτε άλλο. Μόλις ο διαιτητής Μποροβήλος σφύριξε τη λήξη, με κατέκλυσε ένα συναίσθημα που δεν μπορώ να το περιγράψω. Ήταν κάτι μοναδικό. Ακόμα και τώρα που το λέω ανατριχιάζω. Ήταν πολύ συγκινητικό».

Στην τελευταία σας χρονιά στην ομάδα, όντας αρχηγός της και με πολλά χρόνια παρουσίας σε αυτήν, τι σημαίνει για εσάς αυτή η κατάκτηση;

«Το έχω πει αρκετές φορές: για εμένα ο Πανιώνιος είναι η ποδοσφαιρική μου μητέρα. Είναι η ομάδα στην οποία «γεννήθηκα», αφού ήμουν εκεί από οκτώ χρόνων. Στα 18 μου υπέγραψα συμβόλαιο 5+2 χρόνων και στη συνέχεια ανανέωσα για άλλα δύο έτη.

Έμεινα σχεδόν 10 χρόνια επαγγελματίας στην ομάδα, συν άλλα 10 στις ακαδημίες της. Οπότε, όπως γίνεται αντιληπτό, για εμένα ο Πανιώνιος δεν είναι απλώς μια ομάδα· είναι η ποδοσφαιρική μου οικογένεια. Ήταν κάτι πραγματικά ασύλληπτο. Μετά από τόσα χρόνια, κατέκτησα το Κύπελλο και μάλιστα ως αρχηγός. Ήταν το πιο δυνατό συναίσθημα που θα μπορούσε να ζήσει κάποιος».

Τέλος, πώς βιώσατε τη μεγάλη αυτή γιορτή μετά τη λήξη και τους πανηγυρισμούς στην πλατεία της Νέας Σμύρνης;

«Ήταν απίστευτο. Δεν μπορούσαμε να το φανταστούμε, κανένας δεν μπορούσε να το διανοηθεί. Μόλις φτάσαμε στο γήπεδο και ξεκινήσαμε την πορεία προς την πλατεία της Νέας Σμύρνης, σε μια απόσταση περίπου 500 μέτρων,  όπως είναι η Ομήρου πριν γίνει πεζόδρομος, κάναμε δύο με τρεις ώρες να φτάσουμε.

Ο κόσμος ανέβαινε πάνω στο πούλμαν, η χαρά ήταν απερίγραπτη. Συγκινητικές στιγμές. Βλέπαμε ανθρώπους 60, 70, 80 ετών στις βεράντες με κασκόλ και πανό να πανηγυρίζουν σαν μικρά παιδιά. Για σχεδόν μία εβδομάδα ζούσαμε ένα όνειρο όλοι μαζί. Ήταν αξέχαστες και συγκινητικές στιγμές. Έχω ζήσει και με τον Παναθηναϊκό αργότερα μεγάλες διακρίσεις, όμως αυτή η κατάκτηση είχε κάτι το ξεχωριστό. Κάθε εμπειρία αποκαλύπτει τη δική της ομορφιά».

Νικόλας Παναγόπουλος