Το γαϊτανάκι μιας ακόμα σειράς Ολυμπιακού-Μονακό αρχίζει την Τρίτη το βράδυ στο ΣΕΦ με τελική κατάληξη για μια από τις δύο ομάδες, λίγα χιλιόμετρα πιο μακριά στο Telecom Center Athens όπου θα διεξαχθεί εφέτος το Final Four της Ευρωλίγκας.
Στα χαρτιά, οι Ερυθρόλευκοι είναι φαβορί, όπως – όμως – ήταν και το 2022 σε μια τρομερή σειρά όπου είχαν και πάλι το πλεονέκτημα της έδρας αλλά οι Μονεγάσκοι την έσπασαν και χρειάστηκε ο Ολυμπιακός πρώτα να πάρει παιχνίδι στο Πριγκιπάτο για να μείνει «ζωντανός» και στη συνέχεια να τελειώσει τη σειρά στο «καυτό» ΣΕΦ με 3-2 σε μια βραδιά όπου αποθέωσε την ατμόσφαιρα και ο μεγάλος Κεβιν Ντουράντ που ήταν στο γήπεδο.
Φαβορί ήταν και στον ημιτελικό του Κάουνας το 2023, όταν βρέθηκε η ελληνική ομάδα να χάνει με 41-29 στο ημίχρονο και χρειάστηκε να πετύχει ένα εκκωφαντικό (ιδιαίτερα για Final Four) 27-2 σερί σε όλη την 3η περίοδο για να επιστρέψει και να «καθαρίσει» τελικά εύκολα στο φινάλε τους σοκαρισμένους Μονεγάσκους.
Φαβορί φυσικά ήταν και πέρυσι, επίσης στον ημιτελικό του Final Four, στο Αμπου Ντάμπι, απέναντι σε ένα συγκρότημα ενός «δικού του παιδιού» του Βασίλη Σπανούλη που «έδεσε κόμπο» την ομάδα της καρδιάς του.
Συνεπώς ο πρώτος – και βασικότερος – κανόνας που θα πρέπει να έχει ο Ολυμπιακός σε αυτή τη σειρά θα είναι να μην «πατήσει» πάνω στον τίτλο του φαβορί.
Για να επαναλάβει την περσινή πορεία με τη Ρεάλ και να κάνει το 2-0 στο ΣΕΦ (μόνο πέρυσι το κατάφερε καθώς από το 2022 μέχρι και σήμερα σε κάθε πλέι οφ χάνει και ένα παιχνίδι στο ΣΕΦ, από Μονακό, Μπαρτσελόνα και Φενέρμπαχτσε) θα πρέπει να μπει με το μαχαίρι στα δόντια.
Ναι το να χάσει πέντε φορές από μια ομάδα στη σεζόν (η Μονακό είχε κάνει το 2-0 στην κανονική περίοδο) ο Ολυμπιακός μοιάζει σχεδόν αδύνατον και είναι ξεκάθαρο ότι για να συμβεί κάτι τέτοιο πρέπει να βάλει όχι απλά το ένα, αλλά και τα δύο χέρια της η ελληνική ομάδα.
Η Μονακό είναι μια ομάδα που έχει…μείνει με επτά παίκτες, αλλά αυτοί θυμίζουν ένα από τα πιο κλασσικά γουέστερν όλων των εποχών.
Το «Και οι επτά ήταν υπέροχοι» (The Magnificent Seven) ένα γουέστερν αμερικανικής παραγωγής του 1960 σε σκηνοθεσία του Τζον Στέρτζες και σενάριο Γουίλιαμ Ρόμπερτς, το οποίο αποτελούσε ριμέικ της ιαπωνικής ταινίας οι επτά Σαμουράι (1954) του Ακίρα Κουροσάβα.
Με κολοσσούς ηθοποιούς όπως οι Γιουλ Μπρίνερ, Ίλαϊ Γουάλας, Στηβ ΜακΚουήν, Τσαρλς Μπρόνσον, Ρόμπερτ Βον, Τζέιμς Κόμπερν, Χορστ Μπούχολτζ και Μπραντ Ντέξτερ.
Ακριβώς έτσι είναι και η ομάδα του Μονακό έχει λίγους, αλλά πολύ καλούς (και διψασμένους για να φτάσουν ως το τέλος) παίκτες που θα «πεθάνουν» στο γήπεδο για την πρόκριση.
Ο Ολυμπιακός θα πρέπει να ιδρώσει πολύ για να επικυρώσει το πλεονέκτημα έδρας και να πάρει την πρόκριση για 5η συνεχόμενη φορά την τελευταία πενταετία σε φάιναλ φορ.
Πρώτα απ’ όλα θα πρέπει να πιέσει όσο μπορεί περισσότερο (έχει τα γκάρντ για να το κάνει) ώστε να προσθέσει από τα πρώτα κιόλας λεπτά του πρώτου προημιτελικού κούραση στους παίκτες της Μονακό που φυσιολογικά (λόγω λειψανδρίας) θα έχουν συσσωρευμένη κόπωση όσο περνάνε οι μέρες και οι αγώνες.
Άρα η πίεση από το πρώτο λεπτό του πρώτου αγώνα είναι η βασική συνταγή. Οι Ερυθρόλευκοι έχουν και μέγεθος και βάθος και ποιότητα και οφείλουν να την καταθέσουν στο παρκέ από την αρχή αλλιώς θα βρεθούν προ εκπλήξεως.
Σύμφωνα με το Hudl Instat, η ομάδα από το Μόντε Κάρλο ολοκλήρωσε την κανονική περίοδο με την 2η καλύτερη επίθεση (90.5 πόντοι), 2η σε PIR, 1η σε ασίστ (21) και 3η σε λιγότερα λάθη (10.8). Παράλληλα παίζει σε πολύ γρήγορο τέμπο, τρέχει στο γήπεδο, αλλά δεν χάνει τον έλεγχο χτίζοντας τον ρυθμό της από την άμυνά της με πειθαρχία.
Και μόνο από αυτά καταλαβαίνει κανείς πόσο πρέπει να μοχθήσει ο Ολυμπιακός που ψάχνει μεταξύ άλλων και τον «αφιονισμένο» Φουρνιέ του περσινού ημιτελικού για να καλύψει τυχόν θέματα του Σάσα Βεζένκοφ, που συνήθως τα βρίσκει σκούρα απέναντι στον (πάντα) προσωπικό του αντίπαλο σε τέτοια παιχνίδια Τζαρόν Μπλόσομγκεϊμ.
«Είναι σπουδαίος παίκτης. Μερικές φορές παίζει εξαιρετικά, αλλά νομίζω ότι τις περισσότερες φορές θα κάνω τη δουλειά μου. Για μένα δεν είναι δύσκολο να μαρκάρεις τον Βεζένκοφ.
Δεν είναι κακός παίκτης, απλά είναι ο τρόπος που παίζει. Δεν χρησιμοποιεί την μπάλα και δεν ντριμπλάρει» είχε εξηγήσει σε παλαιότερες δηλώσεις του ο Μπλόσομγκειμ που πέρυσι στον ημιτελικό άφησε το Βεζένκοφ στους 7 πόντους με 2/10 σουτ και 0/6 τρίποντα σε 33 λεπτά συμμετοχής, στη μοναδική του μονοψήφια επίδοση του σε όλη τη χρονιά στην Ευρωλίγκα !
Ο Τάιλερ Ντόρσεϊ θα είναι επίσης βαρόμετρο, απέναντι σε μια πολύ αθλητική άμυνα (που περιλαμβάνει τον κορυφαίο αμυντικό της χρονιάς, Άλφα Ντιάλο, αλλά και τους αθλητικούς Μπεγκαρίν και Μπλόσομγκεϊμ) και φυσικά η άμυνα και για τους Πειραιώτες απέναντι σε μια ταλαντούχα επίθεση θα παίξει το ρόλο της.