Την εκτίμηση ότι το πρωτογενές πλεόνασμα θα κινηθεί ανοδικά εξέφρασε ο υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών Κυριάκος Πιερρακάκης. Παράλληλα, άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο λήψης μέτρων για τη στήριξη των πολιτών, ανάλογα με τον διαθέσιμο δημοσιονομικό χώρο και την εξέλιξη της ενεργειακής κρίσης.

Κατά τη διάρκεια συνέντευξης στην ΕΡΤ, στο περιθώριο των εργασιών της εαρινής συνόδου του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου στην Ουάσιγκτον, ο υπουργός σημείωσε ότι οι τελικές επιδόσεις αναμένεται να υπερβούν τις αρχικές εκτιμήσεις, διευκρινίζοντας ότι η ακριβής εικόνα θα αποτυπωθεί το επόμενο διάστημα.

Υπογράμμισε, ωστόσο, ότι ο διαθέσιμος δημοσιονομικός χώρος δεν ταυτίζεται αυτομάτως με την αύξηση του πλεονάσματος, καθώς υπόκειται στους ευρωπαϊκούς κανόνες δαπανών και προϋποθέτει συνεννόηση με τις αρμόδιες ευρωπαϊκές αρχές.

Όπως ανέφερε, η κατεύθυνση της οικονομικής πολιτικής παραμένει σταθερή. Τα πρόσθετα έσοδα από την ανάπτυξη και την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής επιστρέφουν στην κοινωνία, πρακτική που έχει ήδη εφαρμοστεί τα προηγούμενα χρόνια. Οι τελικές αποφάσεις, ωστόσο, θα ληφθούν μετά την αποσαφήνιση των δημοσιονομικών δεδομένων.

Αναφερόμενος στις εκτιμήσεις του ΔΝΤ, οι οποίες καταγράφουν επιβράδυνση της ανάπτυξης, σημείωσε ότι το Ταμείο διαχρονικά υιοθετεί μια πιο συντηρητική προσέγγιση. Πρόσθεσε ότι η τάση υποχώρησης της ανάπτυξης και αύξησης του πληθωρισμού καταγράφεται διεθνώς, σε συνάρτηση με τις εξελίξεις στα Στενά του Ορμούζ.

Συνεχίζοντας, ο κ. Πιερρακάκης στάθηκε στο θέμα του πληθωρισμού, τονίζοντας ότι επηρεάζει άμεσα το κόστος ζωής των νοικοκυριών. Όπως εξήγησε, η κυβερνητική στρατηγική κινείται αφενός προς την ενίσχυση του διαθέσιμου εισοδήματος μέσω φορολογικών παρεμβάσεων και αφετέρου προς τη λήψη στοχευμένων μέτρων όπου αυτό καθίσταται αναγκαίο.

Ο κ. Πιερρακάκης υπογράμμισε ότι η ελληνική οικονομία εισέρχεται στη παρούσα συγκυρία από ισχυρότερη αφετηρία, καθώς έχει πετύχει υψηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, πρωτογενή πλεονάσματα και ταχεία αποκλιμάκωση του δημόσιου χρέους. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αποδίδεται, μεταξύ άλλων, στη μείωση της φοροδιαφυγής, στην αύξηση των επενδύσεων και στην ενίσχυση των εξαγωγών.

Παράλληλα, επισήμανε ότι η ενεργειακή κρίση αποτελεί βασικό παράγοντα αβεβαιότητας, με καθοριστική μεταβλητή τη διάρκειά της. Υπό αυτό το πρίσμα, υπογράμμισε ότι η κυβέρνηση θα σταθεί στο πλευρό των πολιτών απέναντι στις επιπτώσεις της.

Κάνοντας αναφορά σε στοιχεία της Διεθνούς Υπηρεσίας Ενέργειας, εκτίμησε ότι υπάρχει ο κίνδυνος η τρέχουσα συγκυρία να εξελιχθεί σε μία από τις μεγαλύτερες ενεργειακές κρίσεις, εφόσον δεν αποκατασταθεί άμεσα η ροή από τα Στενά του Ορμούζ.

Όπως σημείωσε, οι απώλειες στην προσφορά πετρελαίου ανέρχονται ήδη σε περίπου 13 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως, υπερβαίνοντας τα επίπεδα των κρίσεων της δεκαετίας του 1970, ενώ στο φυσικό αέριο η μείωση, αν αποτυπωθεί σε ετήσια βάση, εκτιμάται ότι μπορεί να φθάσει τα 110 BCM. Παράλληλα, έκανε λόγο για περίπου 80 ενεργειακές εγκαταστάσεις στη Μέση Ανατολή που έχουν επηρεαστεί, εκ των οποίων οι 30 έχουν υποστεί σοβαρές ζημιές.

Υπό αυτές τις συνθήκες, σημείωσε ότι η ελληνική κυβέρνηση και οι ευρωπαϊκοί θεσμοί παρακολουθούν στενά τις εξελίξεις, αξιολογώντας διαρκώς τις επιπτώσεις στο κόστος ζωής και προσαρμόζοντας την αντίδρασή τους όπου απαιτείται.

Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, υπογράμμισε ότι το πλαίσιο παρεμβάσεων βασίζεται στην εμπειρία της ενεργειακής κρίσης του 2022, με έμφαση σε στοχευμένα μέτρα που θα είναι προσωρινού χαρακτήρα και δημοσιονομικά συνεπή, καθώς και εναρμονισμένα με τη νομισματική πολιτική της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας.

Τέλος, τόνισε την ανάγκη να αποφευχθεί η μεταφορά των πιέσεων της ενεργειακής κρίσης στη δημοσιονομική σταθερότητα, επισημαίνοντας ότι η χώρα διαθέτει πλέον ισχυρότερη βάση και μεγαλύτερη ευελιξία για την αντιμετώπιση των προκλήσεων.