Η Ελληνική Επανάσταση κινητοποίησε πολλές και διαφορετικές δυνάμεις του Ελληνισμού, τον εμπορικό κόσμο, εκείνον της Διασποράς, τους γνωστούς έως σήμερα εκπροσώπους του Νεοελληνικού Διαφωτισμού και βέβαια τους Ελληνες – τους Ρωμιούς που έμεναν στον ελλαδικό χώρο και ανέλαβαν κυρίως το πολεμικό έργο.
Σε αυτή τη διαδικασία που έκρυβε πολλά βήματα προς την Επανάσταση, κατά τη διάρκειά της αλλά και τη μετεξέλιξή της σε ένα νέο ιστορικό υποκείμενο, συμμετείχαν ορισμένοι ιδιαίτερα γνωστοί αγωνιστές, αλλά και πάρα πολλοί άγνωστοι ή λιγότερο γνωστοί. O Θεόδωρος Κολοκοτρώνης ανήκει προφανώς στην πρώτη κατηγορία ως μία από τις πλέον αναγνωρίσιμες αλλά και πιο συναρπαστικές φιγούρες του 1821.
Μια προσωπικότητα που καταλαμβάνει άξια μια θέση ανάμεσα στις μεγάλες επαναστατικές αναφορές του 19ου αιώνα, όπου οι ληστές εξέφραζαν διαφορετικούς ρόλους όπως του εξεγερμένου χωρικού, του αντάρτη, του εκδικητή, του μαχητή της δικαιοσύνης, του πρωταγωνιστή απελευθερωτικών κινημάτων.
Ο Κολοκοτρώνης εκφράζει σχεδόν υποδειγματικά με την κλιμάκωση της μετεξέλιξής του την πορεία της ίδιας της Ελληνικής Επανάστασης: λειτουργεί, θα λέγαμε, ως μετωνυμία της ως έναν βαθμό. Από έναν μάλλον απεχθή κλέφτη των πρώτων ετών του 19ου αιώνα αποκτά αναγνωρισιμότητα και οργανική σχέση με την Επανάσταση μετά τη μύησή του στη Φιλική Εταιρεία, αλλά και με τη στρατιωτική του εξέλιξη στα Επτάνησα. Η εκτόξευσή του ως στρατιωτικού «εγκεφάλου» κορυφώνεται με την άλωση της Τριπολιτσάς και τη συντριβή του Δράμαλη το 1822.
Από την εποχή εκείνη και μέχρι την περίοδο της Αντιβασιλείας ο Κολοκοτρώνης θα αποτελέσει μια διχαστική φυσιογνωμία, θα χρειαστεί να εγκατασταθεί στην Αθήνα, να λάβει χάρη από τον νεαρό βασιλιά Οθωνα και να ενταχθεί στο νέο σύστημα διοίκησης ώστε να ξεχαστούν τα πάθη και τα μίση που είχαν δημιουργηθεί. Να κηδευτεί τελικά με μεγάλες τιμές τον Φεβρουάριο του 1843 σε μια τελετή, όπου συμμετείχε πλήθος κόσμου – υπολογίζεται ότι πάνω από 10.000 άτομα παρακολούθησαν την κηδεία, όπου ο νεκρός φορούσε τη στολή του αρχιστρατήγου και έφερε το ξίφος της Επανάστασης.
Η εκκίνηση
«Εγεννήθηκα εις τα 1770 Απριλίου 3 τη Δευτέρα της Λαμπρής. Εγεννήθηκα εις ένα βουνό εις ένα δένδρο αποκάτω εις την παλαιάν Μεσσηνίαν, ονομαζόμενο Ραμαβούνι». Ο Θεόδωος Κολοκοτρώνης περιγράφει με αυτό τον λιτό τρόπο τη γέννησή του στην πολύτιμη αφήγηση του Γεωργίου Τερτσέτη. Ο Κολοκοτρώνης γεννιέται σε ένα μεταίχμιο, το οποίο σε άλλο πλαίσιο θα τον καθιστούσε μια μυθιστορηματική ευρωπαϊκή φιγούρα. Γεννιέται, δηλαδή, τη χρονιά της μεγάλης απογοήτευσης και συντριβής που επέφεραν τα Ορλωφικά, προς τα τέλη του 18ου αιώνα και στην αυγή του 19ου: στο πέρασμα από την προνεωτερική εποχή προς τη νεωτερικότητα· από την ακλόνητη επικράτηση του κόσμου των Αυτοκρατοριών στη νέα ματιά που θα ονομαζόταν έθνος – κράτος. Στα υπαγορευμένα απομνημονεύματά του δίνει σημαντικά στοιχεία για την ιστορία της οικογένειάς του πριν από αυτόν.
Το αρχικό επώνυμό της ήταν Τζεργίνης. Στη συνέχεια ο Δήμος Τζεργίνης που έζησε την εποχή της Βενετοκρατίας στην Πελοπόννησο (1685 – αντίθετα θα μπορούσε να πει κάποιος ότι οι ελληνικές περιοχές την εποχή εκείνη αποτελούνταν κυρίως από αγρότες, κτηνοτρόφους ή και αγωγιάτες. Η ενασχόληση αποκλειστικά με τα όπλα ήταν διαδικασία που δεν συνοδευόταν πάντα από θετικά σχόλια. Το 1805 – 1806 ο Κολοκοτρώνης, σε αρκετά μεγάλη ηλικία για την εποχή, κινείται ως κλέφτης πια στα βουνά της Πελοποννήσου διωγμένος από τις οθωμανικές Αρχές, αλλά και ως αποσυνάγωγος από τις κυρίαρχες ομάδες των Ελλήνων στην Πελοπόννησο. Είναι επισήμως αποκηρυγμένος μαζί με μια σημαντική ομάδα κλεφτών, όπως ο Ζαχαριάς Μπαρμπιτσιώτης, ο Γιώργας, ο Μέλιος, οι Πετιμεζαίοι, ο Κωνσταντίνος Κολοκοτρώνης.
Η «αποκήρυξή» του γίνεται με εγκύκλιο του Πατριάρχη Καλλίνικου Ε’, ο οποίος ήδη βρισκόταν σε ρήξη με τους Φαναριώτες των Παραδουνάβιων Ηγεμονιών και με το Ο μετασχηματισμός του από άτακτο κλέφτη σε επαγγελματία στρατιωτικό και της Ελληνικής Επανάστασης από μια ακαθόριστη ιδέα σε συνωμοτική πράξη λαμβάνουν χώρα παράλληλα και συμπίπτουν σε μια ευτυχή συγκυρία για την εξέλιξη της τελευταίας, ονομάστηκε Μπότσικας. Ο γιος του Δήμου, Γιάννης, ήταν ο πρώτος της γενιάς του που υιοθέτησε το όνομα Κολοκοτρώνης. Κατά την οικογενειακή παράδοση ο Γιάννης ονομάστηκε αρχικά «Μπιθεκούρας».
Στα 15 του o Κολοκοτρώνης είναι ήδη αρματολός στην επαρχία Λεονταρίου στην Αρκαδία και παρότι αποκτά μια μικρή κτηματική περιουσία με τον γάμο του παραμένει, σύμφωνα με τη διήγηση του Κανέλλου Δεληγιάννη, κλέφτης και ζωοκλέφτης, κάνοντας την είσοδό του στα πολεμικά σώματα, τα οποία από τη συνύπαρξη θα περάσουν στην ένοπλη αντιπαράθεση με την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Ο Κολοκοτρώνης μυείται στον κόσμο των όπλων συνεχίζοντας μια μεγάλη οικογενειακή παράδοση. Σημειωτέον ότι πέρα από τους όποιους κατοπινούς ισχυρισμούς, η ενασχόληση με τα όπλα δεν ήταν μια διαδικασία που αφορούσε τους πάντες, αντίθετα θα μπορούσε να πει κάποιος ότι οι ελληνικές περιοχές την εποχή εκείνη αποτελούνταν κυρίως από αγρότες, κτηνοτρόφους ή και αγωγιάτες.
Η ενασχόληση αποκλειστικά με τα όπλα ήταν διαδικασία που δεν συνοδευόταν πάντα από θετικά σχόλια. Το 1805 – 1806 ο Κολοκοτρώνης, σε αρκετά μεγάλη ηλικία για την εποχή, κινείται ως κλέφτης πια στα βουνά της Πελοποννήσου διωγμένος από τις οθωμανικές Αρχές, αλλά και ως αποσυνάγωγος από τις κυρίαρχες ομάδες των Ελλήνων στην Πελοπόννησο. Είναι επισήμως αποκηρυγμένος μαζί με μια σημαντική ομάδα κλεφτών, όπως ο Ζαχαριάς Μπαρμπιτσιώτης, ο Γιώργας, ο Μέλιος, οι Πετιμεζαίοι, ο Κωνσταντίνος Κολοκοτρώνης.
Η «αποκήρυξή» του γίνεται με εγκύκλιο του Πατριάρχη Καλλίνικου Ε’, ο οποίος ήδη βρισκόταν σε ρήξη με τους Φαναριώτες των Παραδουνάβιων Ηγεμονιών και με το έγγραφο αυτό καλούσε τους κλέφτες της Πελοποννήσου να παραδοθούν, αναφέροντας χαρακτηριστικά ότι όποιος παραβλέπει την «υψηλήν απόφασιν και προσταγήν», θα επιφέρει «χαλεπώτατα παιδευτήρια» ακόμη και τον «πικρόν θάνατον της ζωής». Λόγω αυτής της κατάστασης ο Κολοκοτρώνης αναγκάζεται να περάσει στη Ζάκυνθο για να διασωθεί και να μην έχει την τύχη του αδελφού του Γιάννη που βρήκε τραγικό θάνατο.
Αυτή η περίοδος της καταδίωξης όμως θα είναι ιδιαίτερα πολύτιμη για τη στρατιωτική του εκπαίδευση, όπως ο ίδιος επισημαίνει. Αυτό που ίσως και ο ίδιος δεν καταλαβαίνει σε εκείνη τη συνθήκη είναι ότι ξεκινά ο μετασχηματισμός του από έναν άτακτο στρατιώτη της εποχής σε πολεμιστή επαγγελματικών προδιαγραφών όπου οι συνθήκες, το έδαφος και ο τόπος αρχίζουν να παίζουν καίριο ρόλο.
Στη μεγάλη εικόνα παράλληλα με τον «μετασχηματισμό» του Κολοκοτρώνη αρχίζουν να κινούνται οι δυνάμεις του Ελληνισμού, πνευματικές, κοινωνικές και οικονομικές, όχι πάντα σε συνεργασία αλλά προς μια κοινή κατεύθυνση για την προετοιμασία και την υλοποίηση κίνησης ανατροπής εντός της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Θα χρειαστεί να περάσουν κάποια χρόνια ακόμα ώστε αυτές οι πορείες να συναντηθούν και να συγκλίνουν προς την ιδέα μιας Εθνικής Επανάστασης.
Στη «ρωσική» Ζάκυνθο
Στα μέσα του 1806 ο Κολοκοτρώνης θα φτάσει στην υπό ρωσική κυριαρχία Ζάκυνθο και με μικρά διαλείμματα θα μείνει εκεί για 15 χρόνια. Εκείνο είναι το κρίσιμο διάστημα του μετασχηματισμού του σ’ έναν ολοκληρωμένο επαναστάτη αλλά και σ’ έναν άνθρωπο που δεν μένει πια στην τοπική διάσταση αποκτώντας μία συνολική εικόνα της κατάστασης καθώς και σε έναν πιο ολοκληρωμένο δέκτη των ρευμάτων και των ποικίλων συνιστωσών που θα εμπλακούν στην Ελληνική Επανάσταση. Δεν είναι τυχαίο ότι την ίδια ακριβώς χρονιά ένας ακόμα από τους «ιδρυτικούς πατέρες», ο Ιωάννης Καποδίστριας, θέτει τα θεμέλια της ηγεσίας του οργανώνοντας την «Αμυνα της Λευκάδας» αποτρέποντας τον οθωμανικό κίνδυνο.
Τα Ιόνια Νησιά έχοντας διατηρήσει την ανεξαρτησία τους από την Οθωμανική Αυτοκρατορία αλλά έχοντας βιώσει και μια σειρά διαφορετικών διοικήσεων από τις Μεγάλες Δυνάμεις συγκροτούν ένα «εργαστήριο» ιδεολογικών ζυμώσεων και διοικητικών πειραματισμών. Μετά τους Ρώσους θα έρθει και πάλι η γαλλική περίοδος το 1807 – 1810 με τη συνθήκη του Τιλσίτ στα Επτάνησα και μετά η αγγλική κυριαρχία ως το 1864 .
Στους τελευταίους θα χρησιμεύσει η γνώση του Κολοκοτρώνη στα όπλα ως το 1817 όπου θα υπηρετήσει στον αγγλικό στρατό. Αυτή η θητεία θα τον γεμίσει με εμπειρίες, καθώς θα γνωρίσει για πρώτη φορά την οργάνωση και την πολεμική εξάσκηση ενός οργανωμένου στρατεύματος του 19ου αιώνα, περίοδο άνθησης της τακτικής πολεμικής εμπλοκής. Ταυτόχρονα διευρύνονται οι ορίζοντές του, γνωρίζει τον Το πρόσωπο ρώσο ναύαρχο Σινιάβιν, τον γάλλο στρατηγό Καμούς, τον γάλλο ναύαρχο Ντονζελό, τον πληρεξούσιο του ρώσου τσάρου Μοντσενίγο.
Θα κατανοήσει γρήγορα όχι μόνο την τοπική αλλά και την ευρύτερη διάσταση του επαναστατικού συμβάντος ενώ παράλληλα θα διαβάσει όπως ο ίδιος εξομολογείται αναγνώσματα που περιστρέφονται γύρω από την ιστορία της Ελλάδας. Είναι περίπου την ίδια περίοδο που μια ομάδα δραστήριων Ελλήνων της Διασποράς θα προσδώσουν στην Επανάσταση έναν επαγγελματικό χαρακτήρα εισάγοντας ένα στοιχείο που έλειπε μέχρι εκείνη τη στιγμή: τη συνωμοτικότητα και τη δικτύωση. Η Φιλική Εταιρεία και ο Κολοκοτρώνης θα συναντηθούν λίγο αργότερα, το 1818, τη στιγμή που η Εταιρεία μπαίνει δυναμικά και στον ελλαδικό χώρο.
Η Επανάσταση πριν πάρει τα όπλα στήνει το συνωμοτικό της δίκτυο και ο Κολοκοτρώνης δεν μπορεί να λείπει από αυτή τη διαδικασία. Ο μετασχηματισμός του άτακτου κλέφτη σε επαγγελματία στρατιωτικό και της Ελληνικής Επανάστασης από μια ακαθόριστη ιδέα σε συνωμοτική πράξη λαμβάνουν χώρα παράλληλα και συμπίπτουν σε μια ευτυχή συγκυρία για την εξέλιξη της τελευταίας.
Στο πολεμικό πεδίο
Τον Ιούνιο του 1820 ο Κολοκοτρώνης ορίζεται από τη Φιλική Εταιρεία επικεφαλής των πελοποννησιακών στρατευμάτων. Πρόκειται για το αποκορύφωμα στην αναγνώριση της πείρας του αλλά και του κύρους που φέρει. Στις 6 Ιανουαρίου 1821 εγκαταλείπει οριστικά τη Ζάκυνθο για την Πελοπόννησο, ξανασυναντά την αγαπημένη πατρώα γη όχι όμως απλώς για συναισθηματικούς λόγους αλλά για κάτι μεγαλύτερο: για να καθοδηγήσει στρατιωτικά το μεγαλύτερο γεγονός του σύγχρονου Ελληνισμού.Το 1821 ως πολεμικό, επαναστατικό αλλά και συμβολικό γεγονός είναι συνυφασμένο πλέον με τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη.
Η μεγάλη του πορεία ξεκινά από την Καλαμάτα στις 23 Μαρτίου 1821 και συνεχίζεται τον Απρίλιο και τον Μάιο του ίδιου έτους στο Βαλτέτσι. Λίγο αργότερα θα βρεθεί στη μάχη των Βερβένων – Δολιανών, τον Αύγουστο στη Μάχη της Γράνας, ενώ στις 23 Σεπτεμβρίου θα πρωταγωνιστήσει στην Αλωση της Τριπολιτσάς, όπως προαναφέραμε. Η επιλογή της πολιορκίας της Τριπολιτσάς που βρισκόταν σε επίκαιρη γεωγραφική θέση, στο μέσο της Πελοποννήσου και ήταν το διοικητικό και στρατιωτικό κέντρο των Οθωμανών, ήταν δική του σύλληψη.
Τον Ιανουάριο του 1822 η στρατιωτική του διαδρομή συνεχίζεται με την παράδοση του Ακροκόρινθου, τον Μάρτιο με τη μάχη του Σαραβαλίου, στις 26-28 Ιουλίου με τη Μάχη στα Δερβενάκια και στο Αγιονόρι και τη συντριβή του Δράμαλη. Εκεί ξεδίπλωσε όλη τη στρατιωτική του ιδιοφυΐα επιλέγοντας ως τόπο μάχης το στενό μικρό πέρασμα που χωρίζει την Κόρινθο από την αργολική πεδιάδα, ενώ τον Δεκέμβριο συμμετείχε στην παράδοση του Ναυπλίου.
Ολη η πολεμική σειρά του 1821-22, έχει τον Κολοκοτρώνη πρωταγωνιστή, συνδέει το όνομα του άρρηκτα με την εδραίωση της Επανάστασης αλλά και με τη δημιουργία του θρύλου της. Ο Κολοκοτρώνης όχι απλώς πρωταγωνιστεί στην έκρηξη της Επανάστασης αλλά και σε μεγάλες νίκες. Παράλληλα οργάνωνε το στράτευμα, εκπαίδευε τους άντρες, προσπαθούσε να περιορίσει τα φαινόμενα της λιποταξίας.
Ο Κολοκοτρώνης «υπεγράφετο ως αρχιστράτηγος», αξίωμα που όμως δεν επικυρώθηκε από την κυβέρνηση και σηματοδοτεί την έναρξη της αντιπαράθεσης που θα διαρκέσει μέχρι την παρέμβαση του Οθωνα. Επί της ουσίας σηματοδοτεί και την έκρηξη των εμφυλίων αντιπαραθέσεων στο εσωτερικό της Επανάστασης. Ο Κολοκοτρώνης βρισκόταν καθημερινά σε επαφή με τους στρατιώτες του. Ξεχώριζε χάρη στην αναγνώριση και στον σεβασμό που είχε κερδίσει στο πεδίο της μάχης.
Γνώριζε όλα τα ονόματα των συμπολεμιστών, τους μιλούσε άλλοτε πατρικά και άλλοτε αυστηρά, τους εμψύχωνε συχνά, ακόμα και τους τραγουδούσε για να τους ενθαρρύνει. Στρατολογούσε συχνά με βίαιο τρόπο άντρες για τη μάχη εκ του μηδενός, γεγονός από το οποίο καταλαβαίνουμε πόσο δύσκολο ήταν να συγκροτήσει ένα στρατό με επαγγελματικά χαρακτηριστικά. Μια από τις καινοτομίες που εισήγαγε δε ήταν το στρατόπεδο, το «ορδί», όπου για πρώτη φορά οι επαναστατημένοι Ελληνες έμεναν όλοι μαζί σε έναν οργανωμένο χώρο. Η εμπλοκή του στους δύο εμφυλίους πολέμους τού στοιχίζει ανεπανόρθωτα και προκαλεί την πτώση του. Διωγμένος πια το 1825 του ζητείται να επιστρέψει για να βοηθήσει ώστε να ανακοπεί η επέλαση του Ιμπραήμ, κάτι που θα κάνει χωρίς δισταγμό. Εξάλλου και σε αυτό το κομμάτι ο Κολοκοτρώνης ταυτίζεται με την εξέλιξη της Ελληνικής Επανάστασης: κατά τον πρώτο χρόνο των μεγάλων νικών βρίσκεται και αυτός στην κορυφή, ενώ στη φάση της παρακμής της βιώνει την πτώση. Ο Κολοκοτρώνης πάντως θα ταυτίσει την πορεία του με την Επανάσταση και με μια άλλη διάσταση: τη διεθνοποίησή της. Υπογράφοντάς το 1825 τη λεγόμενη «Πράξη Υποταγής» προς την Αγγλία – παρότι πιο πολύ διακείμενος φιλικά προς τη Ρωσία – ο ίδιος συνέβαλε αποφασιστικά στη διεθνοποίηση του ζητήματος που τελικά θα οδηγήσει σε κινήσεις επίλυσης του ελληνικού ζητήματος, ενώ αποφασιστικός θα είναι και ο ρόλος του στη στήριξη του Καποδίστρια κατά την Δ’ Εθνοσυνέλευση το 1829 στο Αργος. Ακολούθησαν φυσικά τα γεγονότα της φυλάκισής του έως την εγκατάστασή του στην Αθήνα. Δίκην συμπεράσματος: ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, ο Γέρος του Μοριά, εξελίχθηκε στην αντιπροσωπευτικότερη φιγούρα της Ελληνικής Επανάστασης και όχι άδικα συγκέντρωσε συμπάθεια και αντιπάθεια, αγάπη, φθόνο. Ενσάρκωσε με τον πιο χαρακτηριστικό τρόπο τα θετικά στοιχεία της Επανάστασης: ανδρεία, ευρηματικότητα, στρατηγική ικανότητα. Ακόμα και η φυσική του όψη βοήθησε σε αυτό, «η μεγάλη, μακράν δε και πυκνήν μαύρη κόμην περιβεβλημένην κεφαλή του, ην έσκεπε πάντα αρχιοπρεπές κράνος… .ο υπό ρίνα ιέρακος δασύς αυτού μύσταξ…» θα καταστήσουν τον Κολοκοτρώνη μια πατρική φιγούρα του έθνους όπως εύστοχα επισημαίνει ο Δημήτρης Δημητρόπουλος. Το σίγουρο ότι μετά τον θάνατό του ξεκίνησε ένα νέο ταξίδι για τον Κολοκοτρώνη, το οποίο τον κατέταξε πέρα από πολιτικές σκοπιμότητες ή βολονταρισμούς υψηλά στη κλίμακα που θα αποκαλούσαμε «ιδρυτές της σύγχρονης Ελλάδας».