Με αφόρμη τα 200 χρονια από την Έξοδο του Μεσολογγίου το 128ο τεύχος «Ιστορίες» που κυκλοφορεί με τα ΝΕΑ ΣΑΒΒΑΤΟΚΎΡΙΑΚΟ θα εστιάσει στο ιστορικό αυτό γεγονός αλλά και στους πολιορκημένους που έγιναν σύμβολο αντοχής και ελευθερίας.

Η ιστοριογραφία της Ελληνικής Επανάστασης υπήρξε κατά κύριο λόγο αφήγηση σπουδαίων πράξεων που έγιναν από σπουδαίους ανθρώπους.

Ηδη στη διάρκειά της, αλλά οπωσδήποτε αμέσως μετά την αναγνώριση του ελληνικού κράτους, επιχειρήθηκε από ένα πρωτόγνωρο για την εποχή κύμα βιβλίων και άλλων δημοσιευμάτων, να αφηγηθεί, να τεκμηριωθεί, να αναδειχθεί ο Αγώνας πολύ αργότερα – ουσιαστικά από τον Μεσοπόλεμο και εξής – το ενδιαφέρον μετατοπίστηκε και στην ερμηνεία του («τι ήταν το 1821;»), και πάλι όμως σε γραμμή προσέγγισης ως του μοναδικού, του μεγαλειώδους.

Η αντιμετώπιση αυτή προφανώς αγκιστρώνεται στην αλήθεια των πραγμάτων: η Ελληνική Επανάσταση υπήρξε η πράξη γέννησης του ελληνικού κράτους, ένα διεθνούς εμβέλειας ελληνικό γεγονός. Το μεγαλείο όμως λειτούργησε και στρεβλωτικά.

Μερικά από τα χαρακτηριστικά των στρεβλώσεων αυτών – τα οποία θεωρώ ότι με κάποιες επιμέρους διαφοροποιήσεις απαντούν και στην ελληνική ιστοριογραφική παραγωγή της επετείου των 200 χρόνων – είναι τα ακόλουθα:

α) Η απόλυτη κυριαρχία του πολεμικού και του πολιτικού. Η βιβλιογραφία του 1821 στην συντριπτική της πλειονότητα συνίσταται σε παράθεση πολεμικών γεγονότων, και σε έναν μικρότερο βαθμό σε καταγραφή πολιτικών πράξεων.

Οι μάχες και οι ναυμαχίες, οι πολιορκίες, οι εμφύλιοι πόλεμοι, οι εθνοσυνελεύσεις, οι διπλωματικές διεργασίες βρέθηκαν στο επίκεντρο της ιστοριογραφίας.

Στο ηρωικό και δοξαστικό αυτό περιβάλλον δεν βρήκε θέση η «κανονικότητα», εξοβελίστηκε η καθημερινότητα, οι κοινωνικές και οικονομικές σχέσεις, οι νοοτροπίες, οι συμπεριφορές, παρά μόνο αν αφορούσαν μέλη των προβεβλημένων οικογενειών των πρωταγωνιστών.

β) Η υποταγή στη χρησιμοθηρία. Η παλαιότερη ελληνική ιστοριογραφία του 1821 υπήρξε κατεξοχήν «στρατευμένη» ιστοριογραφία. Στη συντριπτική πλειονότητα υπήρξε στρατευμένη στην ύφανση ενός ενιαίου ηρωικού αφηγήματος για τη δημιουργία του ελληνικού κράτους, καθώς και στην προσπάθεια ένταξης επιμέρους προσώπων και τόπων στο κυρίαρχο αυτό αφήγημα.

Η μερική αμφισβήτηση από αριστερούς μαρξιστές ιστορικούς ή άλλους διανοουμένους από τον Μεσοπόλεμο και εξής υπάκουε σε αντίστροφη αλλά όμοιας τάξης στράτευση. σε μία εξίσου άτεγκτη ιδεολογική χρήσης της Ιστορίας.

γ) Ο υπερφωτισμός του τοπικού. Οι περιοχές που εντάχθηκαν στο ελληνικό κράτος θέλησαν να προβάλουν τη δική τους ξεχωριστή συμμετοχή στην Ελληνική Επανάσταση, να αναδείξουν τον ρόλο που διαδραμάτισαν.

Οι τοπικοί ιστορικοί και λόγιοι επωμίστηκαν το έργο αυτό συγγράφοντας πλήθος μελετών, κάποτε αξιοποιώντας αρχειακά τεκμήρια, στην πλειονότητα όμως με στόχο δικαιωτικό και τρόπο αμέθοδο.

Στο περιβάλλον αυτό ανάδειξης της τοπικής περηφάνειας απουσιάζει σχεδόν η χρήση του μερικού ως υποδείγματος του γενικού, μια μέθοδος που υπήρξε παραγωγική ιδιαίτερα στην ελληνική οικονομική και κοινωνική ιστορία των νεότερων χρόνων.

δ) Η υπερπαραγωγή που προκαλεί σιωπή. Η υπερπαραγωγή ιστοριογραφικής ύλης για το 1821, με τα χαρακτηριστικά που αναφέρθηκαν προηγουμένως, δημιούργησε μια βαριά σκιά, η οποία απέτρεψε να καλλιεργηθούν και να ανθήσουν νεωτερικές προσεγγίσεις, αποκλίσεις από τον κανόνα.

ε) Η πλησμονή αρχειακού υλικού που φοβίζει. Από την αρχειακή πενία της περιόδου της οθωμανικής κυριαρχίας που έχει καταγραφεί με έμφαση – ίσως και καθ’ υπερβολή – στην ελληνική ιστοριογραφία, με την επανάσταση του 1821 περάσαμε στην πλησμονή.

Οι χιλιάδες εγγράφων δημιούργησαν στους ιστορικούς ένα αίσθημα αδυναμίας διαχείρισης, επιλογής και τελικά χρήσης του υλικού στις μελέτες τους. Σε αυτό συνέτειναν δύο επιπλέον λόγοι.

Κατά πρώτον το είδος του υλικού, που αφορά τη συγκρότηση και λειτουργία του κράτους, την πολιτική και τους θεσμούς, τη διαχείριση των δημοσιονομικών, τον τρόπο ζωής των ανθρώπων της εποχής, μια θεμαtολογία δηλαδή εκτός των προτεραιοτήτων μίας ιστοριογραφίας προσανατολισμένης στα πολεμικά κατορθώματα. Κατά δεύτερον οι ατελείς, δύσχρηστες εκδόσεις των αρχειακών τεκμηρίων.

Τα παραπάνω χαρακτηριστικά διακρίνονται και στη βιβλιογραφία της επετείου των 200 χρόνων. Εντοπίζονται όμως πιστεύω και σημαντικές αποκλίσεις.

Πέραν της ανάδειξης της διεθνούς διάστασης της Ελληνικής Επανάστασης, της ένταξής της στο ευρωπαϊκό και παγκόσμιο πλαίσιο της εποχής της, αλλά και στην τότε οθωμανική πραγματικότητα, που αποτελούν νέες οπτικές θεώρησης του ’21, θα σημείωνα μία ακόμη ενδιαφέρουσα παράμετρο: τα βήματα ένταξης της Ελληνικής Επανάστασης στη σύγχρονη, συνήθη πλέον θεματολογία της ελληνικής ιστοριογραφίας.

Η ελληνική ιστοριογραφία – από τη δεκαετία του 1980 και εξής τουλάχιστον – ακολούθησε τα επιτεύγματα της ευρωπαϊκής και αμερικανικής. Ιστορικοί που ασχολήθηκαν με την Ελληνική Επανάσταση ή την προετοιμασία της, όπως η τριάδα του περιοδικού Τα Ιστορικά (Σπύρος Ασδραχάς, Φίλιππος Ηλιού, Βασίλης Παναγιωτόπουλος), ο Βασίλης Κρεμμυδάς αλλά και άλλοι που εντάσσονταν ή επηρεάζονταν από το ίδιο κλίμα όπως ιστορικοί περί το περιοδικό Μνήμων, «μεταλαμπάδευσαν» στην ελληνική ιστοριογραφία τη μέθοδο και τη θεματολογία της «νέας» τότε Ιστορίας.

Η κοινωνική και οικονομική ιστορία, η ιστορία των νοοτροπιών και των συμπεριφορών αποτέλεσαν το πλαίσιο παραγωγής διδακτορικών διατριβών και μελετών, που αφορούσαν τον υπό οθωμανική κυριαρχία χώρο και τις βενετικές κτήσεις, προνομιακά τον 18ο αιώνα και την προεπαναστατική περίοδο.

Το ίδιο σε μικρότερο βαθμό συνέβη και για τον πρώτο αιώνα ζωής του ελληνικού κράτους. Εντούτοις η περίοδος της Ελληνικής Επανάστασης παρέμενε «χέρσα γη». με την παραγωγή της θεματολογίας αυτού του είδους σχεδόν ανύπαρκτη.

Η ιστοριογραφία που παρήχθη με αφορμή την επέτειο θεωρώ σε μεγάλο βαθμό άλλαξε την εικόνα, εντάσσοντας και την Ελληνική Επανάσταση στην κανονικότητα της σύγχρονης ελληνικής ιστοριογραφίας, τόσο όσον αφορά τη μεθοδολογία όσο και τη θεματολογία.

Κατά τη γνώμη μου ήταν αναγκαιότητα αλλά και εξυγίανση των σπουδών για το 1821, αφού η μερική αυτή κάθοδος από το βάθρο της ιδιαιτερότητας επέτρεψε την πιο σφαιρική κατανόηση της εποχής και της ίδιας της επανάστασης. Νέοι και μεγαλύτερης ηλικίας ιστορικοί συνέβαλαν σε αυτή τη μεταβολή.

Να αναφερθεί ξεχωριστά η συμβολή του Χρήστου Λούκου, ο οποίος με την επιμονή που τον διακρίνει και στις δικές του μελέτες και σε δημόσιες παρεμβάσεις του, ανάδειξε την ανάγκη μελέτης όψεων της καθημερινότητας, των νοοτροπιών και των συμπεριφορών των χρόνων της Επανάστασης.

Γυναίκες, πρόσφυγες, Εβραίοι, άμαχοι μουσουλμάνοι

Θα σταθούμε σε μία από τις θετικές συνέπειες αυτής της πορείας προς τον μέσο όρο: οι «αθέατοι», πρόσωπα, κοινωνικές, εθνοπολιτισμικές, θρησκευτικές ή άλλες ομάδες ανθρώπων που ελάχιστα είχαν θέση στην έως τότε βιβλιογραφία κατέστησαν καλύτερα ορατοί.

Γυναίκες, πρόσφυγες, Eβραίοι, άμαχοι μουσουλμάνοι, νεοφώτιστοι, αιχμάλωτοι – σκλάβοι είναι μερικές από τις κατηγορίες εκείνες του πληθυσμού – που αθέατοι όντες ως κατηγορίες αλλά και πολύ περισσότερο ως μεμονωμένα πρόσωπα – βρήκαν κάποια θέση στην ευρυχωρία της ιστορικής έρευνας.

Και εδώ θα ’λεγε κανείς ότι πρόκειται για τους συνήθεις «απόντες». πληθυσμιακές κατηγορίες δηλαδή που εν γένει υποφωτίστηκαν από την ιστοριογραφία. Αξίζει όμως νομίζω να σημειωθεί και η ανάδυση μίας ακόμη ευάριθμης – αλλά μεγάλης σημασίας – κατηγορίας προσώπων, που βγήκαν με κάποιον τρόπο στην επιφάνεια.

Είναι οι αφανείς επώνυμοι, τα στελέχη της Διοίκησης, τα πρόσωπα που συγκρότησαν τον πρώτο κρατικό μηχανισμό στα υπουργεία, στις επαρχίες, στις άλλες κρατικές θέσεις. Επιπλέον είναι τα πολιτικά πρόσωπα που έχουν καταταχθεί εκ των πραγμάτων στη δεύτερη ζώνη – χωρίς ίσως να ήταν έτσι στην εποχή τους – όσοι δηλαδή διατέλεσαν μέλη σε αντιπροσωπευτικά σώματα όπως το Βουλευτικό ή οι Εθνικές Συνελεύσεις.

Ενδεικτικό στοιχείο των διαδρομών που πήραν οι περί το 1821 σπουδές είναι ότι μέχρι πρόσφατα δεν υπήρχαν διαθέσιμοι αξιόπιστοι πλήρεις κατάλογοι των μελών τους, ενώ για τα τοπικά σώματα (Πελοποννησιακή Γερουσία, Αρειος Πάγος κ.ά.) κενά εξακολουθούν να υφίστανται.

Πέρα από την εκδοτική παραγωγή στο πεδίο αυτό, νομίζω, σημαντική είναι η συμβολή των εξειδικευμένων ιστότοπων με πληροφοριακό και τεκμηριωτικό υλικό, που δημιουργήθηκαν με αφορμή την επέτειο – και χάρη σε χρηματοδοτήσεις που αυτή προκάλεσε.

Σχετικές εφαρμογές για τα μέλη του Βουλευτικού και τις εκλογικές διαδικασίες φιλοξενούνται στον ιστότοπο του Ινστιτούτου Ιστορικών Ερευνών του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών και του Ιδρύματος της Βουλής https://representatives1821.gr/ και https://www.firstrepublic1821.gr/.

Μερικά παραδείγματα όπου οι αθέατοι αποκτούν κάποια ορατότητα μέσα από νέες μελέτες.

α) Ο κόσμος της εργασίας

Ο κόσμος της εργασίας απουσιάζει από την ιστοριογραφία του 1821. Πρόκειται βέβαια για μια πολεμική κατεξοχήν εποχή, αλλά και μια περίοδο οκτώ τουλάχιστον ετών, στην οποία οι άνθρωποι συνέχισαν να εργάζονται για να ζήσουν αλλά και για να εξασφαλίσουν την επιμελητεία του πολέμου.

Παρά τούτο, η εργασία στη γεωργία, την κτηνοτροφία, το εμπόριο δεν κέρδισαν μελετητές. Ενα εξαιρετικό ερέθισμα για τις συνθήκες εργασίας των νέων σε χωριά και πόλεις της Πελοποννήσου, που έδωσε η μερική έστω δημοσίευση των αναμνήσεων του Σταμάτη Σέρμπου το 1965, στον τόμο Σταθμοί προς τη νέα ελληνική κοινωνία, από τη Λουκία Δρούλια, δεν είχε ανταπόκριση.

Ακόμη και το κατεξοχήν αντικείμενο αναφοράς του 1821, τα πολεμικά έργα, δεν έχουν μελετηθεί από τη σκοπιά των ποικίλων μαχητών που μετείχαν επ’ αμοιβή, εν είδει εργαζομένου, στις ένοπλες ομάδες. Εξαίρεση – εν μέρει όμως – αποτελούν οι ναυτικοί.

Η Τζελίνα Χαρλαύτη ενέταξε στο ερευνητικό έργο της ομάδας της στο Ινστιτούτο Μεσογειακών Σπουδών του ΙΤΕ το θαλάσσιο εμπόριο στα χρόνια του Αγώνα και τα πληρώματα των πλοίων. Στο ίδιο αντικείμενο εργάστηκε αξιοποιώντας αρχειακά τεκμήρια και η Ευτυχία Λιάτα.

Ο κόσμος της εργασίας μπήκε επίσης στην ιστοριογραφία από τη διαδρομή της μελέτης της καθημερινότητας.

Σε ερευνητικό έργο που διηύθυνε η Βάσω Σειρηνίδου, το οποίο κατέληξε και στην έκδοση ενός πλούσια εικονογραφημένου τόμου – με συμβολές των Σάκη Δημητριάδη και Νίκου Ισμυρλίογλου – οι συντεχνίες, οι όροι και οι συνθήκες εργασίας στα εργαστήρια των πόλεων, το θεσμικό καθεστώς, η επιλογή της Διοίκησης μέσω του υπουργού Εσωτερικών Παπαφλέσσα να κηρύξει την απελευθέρωση από τους συντεχνιακούς περιορισμούς του οθωμανικού παρελθόντος, όπως και οι μορφές συλλογικής διαμαρτυρίας με πεδίο αναφοράς κυρίως οικονομικά αιτήματα, αποτελούν πολύ ενδιαφέρουσα νέα οπτική στη θεματολογία του ’21.

β) Οι εθνοπολιτισμικές ομάδες

Οι διακριτές εθνοπολιτισμικές ομάδες, που ζούσαν στον χώρο όπου ξέσπασε και εδραιώθηκε η Ελληνική Επανάσταση, ήταν εμφανώς απούσες από τη βιβλιογραφία. Η επέτειος αποτέλεσε το έναυσμα για κάποιας μορφής συμπερίληψή τους. νομίζω μέσω δύο δρομολογίων.

Το πρώτο ήταν η διάθεση των ίδιων, η προώθηση δηλαδή μέσω σύγχρονων φορέων εκπροσώπησής τους ερευνών και επιστημονικών εκδηλώσεων για την παρουσία τους στα χρόνια της Επανάστασης. Το δεύτερο δρομολόγιο διήλθε μέσω της ένταξής τους σε ευρύτερες πιο ευρύχωρες προβληματικές της επαναστατικής περιόδου.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα του πρώτου δρομολογίου είναι νομίζω η άνθηση των σπουδών για τον εβραϊσμό στον ελληνικό χώρο. Συνέδρια, εκδόσεις, ερευνητικά προγράμματα – κάποτε χρηματοδοτούμενα και από εβραϊκούς οργανισμούς – επέτρεψαν την πολύπλευρη εξέταση του τότε εβραϊκού πληθυσμού, διέρρηξαν μια χρόνια ένοχη σιωπή για την τύχη των Εβραίων στα χρόνια της Επανάστασης.

Στο δεύτερο δρομολόγιο πιστεύω εντάσσονται οι Αλβανοί. Κάποιες εκδοχές της αλβανικής ιστοριογραφίας έχουν επιδιώξει – στον δημόσιο κυρίως λόγο – να αναδείξουν τη συμβολή των Αλβανών στην Επανάσταση του 1821, ως διακριτής συμμάχου εθνότητας, ή να προβάλουν την αλβανοφωνία φημισμένων αγωνιστών ως δήθεν τεκμήριο του ηγετικού ρόλου των Αλβανών σε αυτήν.

Οι προσεγγίσεις αυτές κολακεύουν τον αλβανικό εθνικισμό. ενισχυμένες τα τελευταία χρόνια και από τον παροξυσμό της επετείου, υπήρξαν τρόπον τινά μιας μορφής απάντηση στην ελληνική ιστοριογραφία που σιώπησε για το θέμα.

Αξιοσημείωτες είναι όμως απόψεις, όπως αυτή του Σουκρού Ιλιτζάκ, που επεσήμανε την αμφίπλευρη συμμετοχή Αλβανών στα στρατεύματα των εμπολέμων και τις επιπτώσεις της συμμετοχής τους στα πεδία των μαχών.

Οι μουσουλμάνοι των περιοχών όπου επικράτησε η Επανάσταση ήταν επίσης αφανείς στην ελληνική βιβλιογραφία. Η ιστοριογραφία της επετείου τους ενέταξε στο φάσμα των ενδιαφερόντων της. Καταρχήν με μια κοινή σχεδόν παραδοχή για την τύχη τους και τις θανατώσεις και τις αιχμαλωσίες που υπέστησαν σε πόλεις που κατελήφθησαν από επαναστάτες.

Ιδιαίτερα η περίπτωση των σφαγών της Τριπολιτσάς αποτελεί πλέον ένα από τα παραδεδεγμένα της ελληνικής ιστοριογραφίας. Με αφορμή την επέτειο όμως εξετάστηκαν και επιμέρους ομάδες όπως οι μουσουλμάνοι και μουσουλμάνες αιχμάλωτοι και οι λεγόμενοι «νεοφώτιστοι», δηλαδή οι μουσουλμάνοι που αναγκάστηκαν ή επέλεξαν να στραφούν στον χριστιανισμό, προκειμένου να παραμείνουν στον ελληνικό χώρο.

Ταυτόχρονα, στο πλαίσιο του ενδιαφέροντος που πυροδότησε η επέτειος και εκτός των ελληνικών συνόρων αλλά και ως απότοκο μιας στροφής της τουρκικής ιστοριογραφίας προς το Αιγαίο – όχι άμοιρη πολιτικών στοχεύσεων – σημειώθηκε από την τουρκική πλευρά ένα ενδιαφέρον για τη μουσουλμανική μειονότητα, όπου δεν έλειψαν και αναχρονισμοί περί εφαρμογής πολιτικών εθνοκάθαρσης από τους Ελληνες.

Η κατανόηση της στάσης των καθολικών κοινοτήτων των Κυκλάδων απέναντι στην Επανάσταση και η αντιμετώπιση των καθολικών κατοίκων από την ελληνική διοίκηση είναι επίσης μέσα στα κέρδη της ιστοριογραφίας της επετείου. το μόλις πρόσφατα εκδοθέν βιβλίο του Δ. Κουσουρή είναι απτό δείγμα.

Αλλες εθνοπολιτισμικές ομάδες δεν έτυχαν ανάλογου ενδιαφέροντος ούτε με αφορμή την πληθώρα της επετειακής ιστοριογραφικής παραγωγής. Οι τσιγγάνοι είναι από τις χαρακτηριστικότερες περιπτώσεις παρατεταμένης παραμέλησης.

γ) Οι γυναίκες και τα παιδιά

Οι γυναίκες νομίζω υπήρξαν ηχηρά απούσες από τη βιβλιογραφία του 1821. Οι δρόμοι που πήρε η ιστοριογραφία του, με την απόλυτη κυριαρχία της πολεμικής και της πολιτικής ιστορίας δεν άφηναν χώρο για την κοινωνική ιστορία, πολλώ μάλλον για την ιστορία του φύλου και των γυναικών.

Στη συγκυρία της επετείου η ιστοριογραφική τύχη των γυναικών νομίζω δεν υπήρξε καλή. Εξακολούθησε η γνωστή και από τα προηγούμενα χρόνια επίκληση μιας δεκάδας επώνυμων γυναικών που μετείχαν στα πολεμικά έργα, δείγμα της αντιμετώπισης των γυναικών από την ιστοριογραφία, η οποία άρρητα τους προσέδωσε δύο ρόλους.

Καταρχήν της ηρωίδας. Είναι οι εξαιρετικές περιπτώσεις των διακεκριμένων γυναικών που συμπλήρωναν την εθνική πινακοθήκη ηρώων. Οι ξεχωριστές αυτές γυναίκες προτάχθηκαν ως ικανές να επιτελέσουν έργα ανδρών.

Στην ίδια λογική κινήθηκαν νομίζω και προσεγγίσεις που θέλησαν να αναδείξουν τη μαζικότερη, τη «λαϊκή» συμμετοχή των γυναικών στα στρατιωτικά πράγματα είτε μέσω της συμμετοχής τους στον πόλεμο είτε της ανάληψης της επιμελητείας του πολέμου.

Ο άλλος ρόλος που επιφύλαξε η ιστοριογραφία στις γυναίκες είναι εκείνος του θύματος. Οι γυναίκες θύματα σφαγών, αρπαγών, αιχμαλωσιών, οι μάνες με τα μικρά παιδιά στην αγκαλιά που θυσιάζονται, οι σκλάβες και όμηροι, οι γυναίκες των χαρεμιών, οι ερωμένες ελλήνων ή οθωμανών αξιωματούχων είναι μερικές από τις περιπτώσεις που φώτισε η πρόσφατη ιστοριογραφία.

Μια καλών προθέσεων ενίοτε, αδιάκοπη θυματοποίηση. Παρέμεινε όμως έτσι αφανής ο μισός και άνω πληθυσμός στην «κανονική» ζωή του στις πόλεις και στα χωριά. Παραμένει ζητούμενο η διερεύνηση των συνθηκών ζωής, η μελέτη της οικογένειας και των γυναικών στο σύνολο των εκφάνσεων της ζωής τους τα χρόνια αυτά, με τους τρόπους και τους κανόνες που το επιχειρεί η ιστοριογραφία για την προηγούμενη και την επόμενη της Επανάστασης περίοδο.

Ενώ εκκρεμεί επίσης η μελέτη των παιδιών που βίωσαν την Επανάσταση και τον πόλεμο με διαφορετικούς τρόπους ως μέλη οικογενειών που δοκιμάστηκαν, πολέμησαν και έζησαν στις πρωτόγνωρες συνθήκες που δημιουργούσε ο πόλεμος ή αναγκάστηκαν να μετατραπούν σε πρόσφυγες.

Αφηγήματα όπως το ανεκμετάλλευτο, από την ιστοριογραφία του Αλέξη Κουτζαλέξη, δείχνει νομίζω τον πλούτο των πληροφοριών που μπορούν να προσφέρουν μαρτυρίες που αναθυμώνται τα παιδικά βιώματα όσων έζησαν τον Αγώνα.

Η επέτειος έδωσε την ευκαιρία να εμπλουτιστεί η βιβλιογραφία με ενδιαφέρουσες απόπειρες συνθετικών μελετών της ελληνικής επανάστασης. Η μεθοδολογία, το ύφος γραφής και ο φωτισμός των πραγμάτων είναι σε κάθε περίπτωση διαφορετικός. ο αμητός υπήρξε νομίζω πλούσιος, οπωσδήποτε κάλυψε ένα μεγάλο κενό μια βιβλιογραφίας ικανής σε όγκο αλλά θραυσματικής.

Εν τούτοις οι θεματικές που αναφέρθηκαν παραπάνω με λιγοστές ίσως εξαιρέσεις δεν βρήκαν στέγη. Οι αφανείς, έγιναν περισσότερο ορατοί, παραμένουν όμως αχνά φωτισμένοι.

του Δημήτρη Δημητρόπουλου

Σημείωση: το κείμενο παρουσιάστηκε τον Μάιο του 2023 στην Κομοτηνή σε συνέδριο που οργάνωσε το Πρόγραμμα «Παρατηρητήριο για την Ελληνική Επανάσταση», του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης. στον ιστότοπό του https:// observatory1821.he.duth.gr/ συγκεντρώνεται ποικίλο υλικό για τον εορτασμό της επετείου.