Οι παραδοσιακά ισχυροί κλάδοι της ελληνικής οικονομίας αναμένεται να κάνουν μεγάλα ανοίγματα μέσα στο 2026, αλλά σε αυτούς αναμένεται να προστεθούν και τομείς που μέχρι στιγμής δεν έχουν δείξει αντίστοιχη δυναμική.

Άλλωστε, το 2026 είναι η τελευταία χρονιά για την εκταμίευση των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (ΤΑΑ) από την Ευρωπαϊκή Ένωση, με τα εναπομείναντα δάνεια στο πλαίσιο του προγράμματος να ανέρχονται σε 6,3 δισ. ευρώ (περίπου 35% του συνόλου του δανειακού σκέλους του εθνικού σχεδίου), μεγάλο μέρος των οποίων αναμένεται να κατευθυνθεί σε επιχειρήσεις μέσω των τραπεζών. Ακόμα 6,2 δισ. ευρώ σε απευθείας επιδοτήσεις του ΤΑΑ προς το ελληνικό κράτος δεν έχουν ακόμα εκταμιευθεί και εκτιμάται πως θα ενισχύσουν περαιτέρω την επενδυτική δραστηριότητα.

Σύμφωνα με τραπεζικές πηγές, αρκετοί είναι οι κλάδοι που θα κινήσουν τη ζήτηση επιχειρηματικών δανείων τη φετινή χρονιά. Πρωταγωνιστικό ρόλο στην αύξηση των χαρτοφυλακίων αναμένεται να παίξουν οι επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στους χώρους της ενέργειας, της φιλοξενίας (ξενοδοχεία) και των υποδομών-κατασκευών. Δευτερευόντως, αυξημένη κινητικότητα περιμένουν οι τράπεζες από τη ναυτιλία, τις φαρμακευτικές εταιρείες, την μικρή αλλά με διαθέσεις μεγέθυνσης εγχώρια βιομηχανία, την αγορά ακινήτων (real estate), τις εταιρείες τεχνολογίας και λογισμικών, αλλά και από τον αγροδιατροφικό τομέα.

Παράλληλα, αναμένεται σημαντική αύξηση στην χρηματοδότηση επιχειρήσεων του αμυντικού τομέα, στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής πολιτικής για ενίσχυση της ενιαίας άμυνας με προγράμματα όπως το SAFE. Εξάλλου, σημαντικές αυξήσεις περιμένουν οι τράπεζες στα διεθνή κοινοπρακτικά επιχειρηματικά δάνεια (syndicated loans) που δίνονται σε συνεργασία με τράπεζες άλλων χωρών, τόσο εντός όσο και εκτός ΕΕ.

Τάσεις σε ενέργεια, ξενοδοχεία και υποδομές

Στην ενέργεια, αναμένεται να υπάρξει μείωση στις χρηματοδοτήσεις για έργα Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (ΑΠΕ), όπου παρατηρείται κορεσμός της αγοράς. Άλλωστε, οι επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στη μεταφορά ενέργειας – ειδικά του αμερικανικού υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG) – θεωρείται βέβαιο ότι θα αναζητήσουν χρηματοδότηση στο πλαίσιο της ανάδειξης της Ελλάδας σε ενεργειακό κόμβο στη ΝΑ Ευρώπη, μέσω υποδομών όπως ο Κάθετος Άξονας. Εξάλλου, μεγάλη αύξηση των μεγεθών αναμένουν οι τράπεζες στην αγορά εξισορρόπησης, που «ρυθμίζει» τη διοχέτευση ενέργειας ώστε να καλύπτεται η ζήτηση ενέργειας στον μέγιστο δυνατό βαθμό.

Στον κλάδο της φιλοξενίας (ξενοδοχεία), οι τράπεζες αναμένουν σημαντική δραστηριότητα συγχωνεύσεων και εξαγορών στην ελληνική αγορά. Η πραγματοποίηση τέτοιων κινήσεων απαιτεί βεβαίως σημαντικά τραπεζικά κεφάλαια, με τον κλάδο να υπολογίζεται ότι έχει μερίδιο περίπου 10% στα συνολικά επιχειρηματικά δάνεια τα τελευταία χρόνια.

Τέλος, αυξημένη κινητικότητα εκτιμάται ότι παρουσιάσει ο κλάδος των υποδομών, που θα «τραβήξει» μαζί και τις κατασκευές. Άλλωστε, οι μεγάλες εταιρείες του τομέα έχουν πολύ υψηλές προβλέψεις από ανεκτέλεστα έργα, ενώ μέσα στο έτος θα προχωρήσουν σημαντικά μεγάλες επενδύσεις, μεταξύ άλλων η αναβάθμιση του αεροδρομίου «Ελ. Βενιζέλος», η κατασκευή του νέου

αεροδρομίου της Κρήτης στο Καστέλλι, ο Βόρειος Οδικός Άξονας Κρήτης (ΒΟΑΚ), αλλά και το κυβερνητικό πάρκο «Ανδρέας Λεντάκης» στις εγκαταστάσεις της πρώην ΠΥΡΚΑΛ στη Δάφνη.

Το μεγάλο ερώτημα

Ωστόσο, η εν εξελίξει κρίση στη Μέση Ανατολή αποτελεί τον πλέον κομβικό παράγοντα που θα επηρεάσει τις επενδύσεις των επιχειρήσεων το επόμενο διάστημα. Αν ο πόλεμος λήξει άμεσα, τότε ο προγραμματισμός των επιχειρήσεων δεν αναμένεται να αλλάξει ιδιαιτέρως. Αν ωστόσο διαρκέσει μέχρι τη… βαθιά άνοιξη, ή και ακόμα περισσότερο, είναι σαφές ότι οι επενδυτικές ορέξεις των επιχειρήσεων θα περιοριστούν στα απολύτως απαραίτητα – δηλαδή, κυρίως στην εκταμίευση των πόρων του ΤΑΑ.

Τα ερωτηματικά που θέτει η γεωπολιτική συγκυρία είναι πολλά. Πώς θα επηρεαστεί ο τουρισμός; Από τη μία, η Ελλάδα αναδεικνύεται σε έναν πόλο σταθερότητας στην ευρύτερη περιοχή, την ώρα που άλλοι προορισμοί όπως τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, το Ισραήλ ή ο Λίβανος αδυνατούν να προσελκύσουν τουρίστες λόγω του πολέμου. Από την άλλη, μια ενδεχόμενη παρατεταμένη κρίση θα πλήξει σημαντικά την αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών και θα αυξήσει την αβεβαιότητα, μειώνοντας τα ταξίδια.

Θα αντέξουν τις πιέσεις οι επιχειρήσεις; Οι τιμές της ενέργειας κινούνται σε πολύ υψηλά επίπεδα, παρασέρνοντας μαζί τους τα λειτουργικά κόστη των επιχειρήσεων – ειδικά των πιο ενεργοβόρων όπως η μεταποίηση. Αυτό προφανώς θα επηρεάσει την παραγωγή των επιχειρήσεων, καθώς και τη διάθεσή τους για επενδύσεις. Άλλωστε, η αναμενόμενη μείωση στην ιδιωτική κατανάλωση μπορεί να φέρει και μείωση στους κύκλους εργασιών των επιχειρήσεων.

Τι θα κάνουν οι κεντρικές τράπεζες; Οι υψηλές τιμές της ενέργειας και ο συνεπακόλουθος πληθωρισμός δημιουργούν άλλο πλαίσιο για τις κεντρικές τράπεζες, που καλούνται να πάρουν αποφάσεις για τη νομισματική τους πολιτική. Αν η ΕΚΤ αυξήσει τα επιτόκια βάσης, είναι προφανές ότι τα δάνεια θα είναι πολύ λιγότερο ελκυστικά σε σχέση με σήμερα. Κι αυτό, γιατί οι τράπεζες θα απορροφήσουν την αύξηση των επιτοκίων, μετακυλώντας την στα δάνειά τους. Οι αγορές προβλέπουν σήμερα δύο αυξήσεις επιτοκίων από την ΕΚΤ το 2026, που θα ανεβάσει το επιτόκιο διευκόλυνσης αποδοχής καταθέσεων από το 2% στο 2,5%. Αν αυτό το σενάριο επαληθευθεί, θεωρείται βέβαιο ότι θα επηρεάσει τα επιχειρηματικά σχέδια των τραπεζών, που στηρίζονται στην συνέχιση της πιστωτικής επέκτασης που παρατηρείται τα τελευταία χρόνια.