Αλλαγές στη διαχείρηση των ελέγχων αλκοτέστ από την Τροχαία προανήγγειλε ο υπουργός Προστασίας του Πολίτη. Πιο συγκεκριμένα, όπως ανέφερε στο ertnews εξετάζεται το ενδεχόμενο σε περιπτώσεις χαμηλής ένδειξης αλκόολ, το όχημα να παραδίδεται σε νηφάλιο συνοδηγό αντί για ακινητοποίηση.
Ο κ. Χρυσοχοΐδης αποκάλυψε ότι εξετάζεται αλλαγή στη διαδικασία ελέγχου οδηγών που εντοπίζονται με χαμηλές ενδείξεις αλκοόλ. Όπως δήλωσε, «σχεδιάζουμε, επειδή πράγματι κάποιοι ταλαιπωρούνται, όταν στον έλεγχο αλκοτέστ η ένδειξη είναι μεταξύ 0,20 και 0,40, η Τροχαία να μην κάνει δέσμευση του αυτοκινήτου, αλλά να υπάρχει κάποιος “μεσεγγυούχος”».
Σύμφωνα με τον υπουργό, εφόσον ο συνοδηγός δεν βρίσκεται υπό την επήρεια αλκοόλ, θα μπορεί να αναλάβει με δική του ευθύνη τη μεταφορά του οχήματος για διάστημα έως 12 ωρών. «Στις υπόλοιπες περιπτώσεις θα ισχύει πάλι η κατάσχεση και η κράτηση», σημείωσε ο κ. Χρυσοχοΐδης.
Οι ισχύουσες κυρώσεις για οδήγηση με αλκοόλ
Οι ποινές για όσους οδηγούν έχοντας καταναλώσει αλκοόλ παραμένουν ιδιαίτερα αυστηρές και κλιμακώνονται ανάλογα με τη συγκέντρωση αλκοόλ στο αίμα ή στον εκπνεόμενο αέρα. Για επίπεδα από 0,50 έως 0,80 g/l αίματος ή από 0,25 έως 0,40 στον αέρα, προβλέπεται πρόστιμο 350 ευρώ και αφαίρεση άδειας οδήγησης για 30 ημέρες.
Όταν η συγκέντρωση φτάσει από 0,80 έως 1,10 g/l αίματος ή από 0,40 έως 0,60 στον αέρα, η παράβαση χαρακτηρίζεται ιδιαίτερα επικίνδυνη, με πρόστιμο 700 ευρώ και αφαίρεση διπλώματος για 90 ημέρες.
Για τιμές άνω του 1,10 g/l αίματος ή πάνω από 0,60 στον εκπνεόμενο αέρα, οι ποινές αυστηροποιούνται περαιτέρω: προβλέπεται φυλάκιση τουλάχιστον δύο μηνών, πρόστιμο 1.200 ευρώ και αφαίρεση της άδειας οδήγησης για έξι μήνες. Παράλληλα, αφαιρούνται και τα στοιχεία κυκλοφορίας του οχήματος για χρονικό διάστημα έως έξι μηνών.