Στο σημείο του μακάβριου ευρήματος, εκεί όπου εντοπίστηκε η βαλίτσα με τη μουμιοποιημένη γυναίκα στη Χαλκιδική, βρέθηκε και πάλι με τον πρόεδρο Πευκοχωρίου η εκπομπή «Φως στο Τούνελ» ερευνώντας εξονυχιστικά κάθε πληροφορία και στοιχείο.
Η περιοχή αποτελεί ένα από τα τρία «τυφλά» σημεία όπου ασυνείδητοι απορρίπτουν παράνομα μπάζα και σκουπίδια. Ένα άτυπο σκηνικό εγκατάλειψης, που όπως φαίνεται μπορεί να χρησιμοποιήθηκε ως ιδανικό «καμουφλάζ». Ο πρόεδρος της κοινότητας, Γιώργος Τσιρκούδης, περιγράφει: «Παντού πετάνε μπάζα και σκουπίδια, κάποιοι ασυνείδητοι. Εδώ απλώς βρίσκουν πιο εύκολη πρόσβαση και τα ξεφορτώνονται. Επειδή η περιοχή δεν ανήκει τυπικά στον Δήμο, ο καθαρισμός γίνεται πιο αραιά. Συνήθως όσοι πετούν μπάζα είναι μικροεργολάβοι… Πληρώνονται για να τα απομακρύνουν και τελικά τα αφήνουν εδώ, αλλά και σε άλλα σημεία στο βουνό. Αυτοί που αναλαμβάνουν μεγαλύτερα έργα συνήθως νοικιάζουν ειδικούς κάδους», εξηγεί ο πρόεδρος.
Η πυκνή βλάστηση και τα ψηλά χόρτα λειτουργούν σαν φυσική «ασπίδα», κρύβοντας τα πάντα. «Παρκάρουν, τα πετάνε γρήγορα σε μια άκρη και φεύγουν. Ποιος θα ασχοληθεί; Σου λέει, μέσα σε τόσα σκουπίδια δεν θα το δει κανείς…». Τα πρώτα στοιχεία των Αρχών τοποθετούν τον χρόνο θανάτου από τον Σεπτέμβριο έως και τον Νοέμβριο και αυτό διευκολύνει την έρευνα. Μια περίοδος που η περιοχή δεν είναι καθόλου έρημη. «Τον Σεπτέμβριο εδώ έχει ακόμα επισκέπτες και τουρίστες. Έρχονται και αρκετά τροχόσπιτα μέχρι και το Νοέμβριο. Λόγω της ενασχόλησής μου με το κυνήγι πολλές φορές έχει τύχει να δω αυτοκινούμενα μέσα στο δάσος. Έρχονται από διάφορες χώρες όπως Βούλγαροι, Σέρβοι, Ρουμάνοι με γυναίκες, παιδιά και σκυλιά. Βέβαια τα τελευταία χρόνια δεν κατασκηνώνουν εύκολα, γιατί τους κυνηγάμε. Δεν είναι απομονωμένο, όσο νομίζει κανείς».
Κι όμως, το σημείο όπου βρέθηκε η βαλίτσα προκαλεί προβληματισμό. «Αν ήταν ντόπιος, δύσκολα θα ρίσκαρε να το αφήσει εδώ. Θα πήγαινε πιο ψηλά, σε πιο απόμερο σημείο, που δεν περνά άνθρωπος. Θα πήγαινε κάπου πιο ερημικά», εκτιμά ο πρόεδρος. «Αυτός που πέταξε τη βαλίτσα εδώ, ήξερε το σημείο. Οι τουρίστες κινούνται στα γνωστά μέρη, όπως ο Γλαρόκαβος. Δεν ανεβαίνουν στα πιο απομονωμένα σημεία. Αυτά τα ξέρουμε εμείς, από το κυνήγι».
Στο «κάδρο» μπαίνει και μια ακόμη παράμετρος: οι εποχικοί εργαζόμενοι. Άτομα που μένουν προσωρινά στην περιοχή, συχνά σε κοινόχρηστα καταλύματα. Ωστόσο, όπως τονίζεται, δεν έχει καταγραφεί κάποια εξαφάνιση ή περίεργη αποχώρηση. «Δεν έχουμε ακούσει τίποτα τέτοιο, ούτε για γυναίκα που χάθηκε, ούτε για κάποιον που έφυγε ξαφνικά.»
Μια πληροφορία που ήρθε στην εκπομπή ωστόσο, συζητείται πλέον έντονα μεταξύ των κατοίκων. «Ακούγεται κάτι για έναν άνδρα ξένης εθνικότητας, που η σύζυγός του τον εγκατέλειψε, αλλά προσωπικά δεν γνωρίζω κάτι συγκεκριμένο», λέει με επιφύλαξη ο πρόεδρος.
Η βέρα «ξεκλειδώνει» το μακάβριο μυστικό της βαλίτσας
Ένα εύρημα-«κλειδί» είναι η χρυσή βέρα που φορούσε η άτυχη γυναίκα. Ένα στοιχείο που μπορεί να αποδειχθεί καθοριστικό, για να ξετυλιχθεί το κουβάρι της υπόθεσης.
Έμπειρος χρυσοχόος της περιοχής έδωσε μια πλήρη εικόνα στη συνεργάτιδα της εκπομπής. Όπως εξήγησε, κάθε ελληνικό κόσμημα φέρει συγκεκριμένα διακριτικά σημάδια και χαράξεις, που «μαρτυρούν» την προέλευσή του, το εργαστήριο κατασκευής, αλλά και την ποιότητα του μετάλλου. Η ανάλυση της βέρας, όπως επισημαίνεται, μπορεί να οδηγήσει σε πολύτιμα στοιχεία για την ταυτότητα της γυναίκας.
«Συνήθως στη βέρα υπάρχουν δύο κωδικοί. Ο ένας αφορά τα καράτια του χρυσού και ο άλλος το εργαστήριο κατασκευής. Από αυτά τα στοιχεία μπορεί να προκύψει, αν το κόσμημα κατασκευάστηκε στην Ελλάδα και ακόμη πιο συγκεκριμένα σε ποια πόλη, όπως για παράδειγμα στην Αθήνα ή στη Θεσσαλονίκη. Ένας εξειδικευμένος χρυσοχόος μπορεί, ακόμη και από την απόχρωση του χρυσού, να εκτιμήσει τη χώρα προέλευσης. Σε κάθε περίπτωση, το δαχτυλίδι αποτελεί ένα σημαντικό σημείο εκκίνησης για την έρευνα», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Ο ίδιος παρουσίασε στην κάμερα και τα σχετικά έγγραφα, που επιβεβαιώνουν όσα περιέγραψε, διευκρινίζοντας ότι τα κοσμήματα που φέρουν ως σήμανση συνδυασμό αριθμών και γραμμάτων, αντιστοιχούν συνήθως σε εργαστήρια της Αθήνας, ενώ εκείνα που έχουν μόνο αριθμητικούς κωδικούς, προέρχονται κατά κανόνα από τη Θεσσαλονίκη.
«Με μια απλή επικοινωνία με τη συντεχνία χρυσοχόων μπορεί κανείς να εντοπίσει το εργαστήριο που κατασκεύασε ένα κόσμημα. Για να λειτουργήσει ένα τέτοιο εργαστήριο, απαιτείται άδεια από το Βιοτεχνικό Επιμελητήριο, όπου είναι καταγεγραμμένοι όλοι οι σχετικοί κωδικοί. Αν διαπιστωθεί, ότι η βέρα δεν είναι ελληνικής προέλευσης, τότε πρέπει να εξεταστούν άλλα χαρακτηριστικά. Για παράδειγμα, σε χώρες του Ανατολικού μπλοκ χρησιμοποιείται συχνά χρυσός με πιο κοκκινωπή απόχρωση. Παρ’ όλα αυτά, δεν έχει πέσει στην αντίληψή μου κάποια περίπτωση γυναίκας από την περιοχή που να αγνοείται», κατέληξε.