Περισσότερα από ένα εκατομμύριο άνθρωποι έχουν εκτοπιστεί προσωρινά στο Ιράν από την έναρξη της αμερικανοϊσραηλινής στρατιωτικής εκστρατείας, σύμφωνα με εκτιμήσεις της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες. Ο αριθμός αυτός αναμένεται να αυξηθεί όσο ο πόλεμος συνεχίζεται.

Πολλοί Ιρανοί έχουν εγκαταλείψει την Τεχεράνη και άλλες μεγάλες πόλεις, αναζητώντας καταφύγιο σε αγροτικές περιοχές ή στα βουνά του βορρά. Ωστόσο, εκατομμύρια παραμένουν στα σπίτια τους στην πρωτεύουσα, παρά τους συνεχιζόμενους αεροπορικούς βομβαρδισμούς

Η Ναφίσε, 30 ετών, σχεδιάστρια κοσμημάτων, είναι μία από αυτούς. Για λόγους ιδιωτικότητας, όλοι οι πολίτες που μίλησαν χρησιμοποιούνται μόνο με το μικρό τους όνομα.

Η ίδια αναφέρει ότι η διαδικτυακή της επιχείρηση έχει επιβραδυνθεί, αρχικά λόγω της διακοπής του διαδικτύου τον Ιανουάριο κατά τη διάρκεια αντικυβερνητικών διαδηλώσεων και τώρα ξανά εξαιτίας του πολέμου.

Μαζί με τον σύζυγό της, τον 33χρονο Φαρχάντ, έχουν ανακαινίσει το διαμέρισμά τους, αφαιρώντας τις παλιές ταπετσαρίες και βάφοντας τους τοίχους. Οι τοίχοι είναι διακοσμημένοι με φωτογραφίες οικογενειακών στιγμών και περσικά χαλιά.

Πρόκειται για ένα ζεστό σπίτι στο κέντρο της Τεχεράνης, κοντά σε σταθμούς του μετρό και καταστήματα. Κάποτε ήταν μια ήσυχη γειτονιά, αλλά πλέον ο ήχος των εκρήξεων είναι σχεδόν συνεχής.

Το περασμένο καλοκαίρι, η Ναφίσε και ο Φαρχάντ είχαν αναγκαστεί να εγκαταλείψουν προσωρινά την πόλη, όταν το Ισραήλ βομβάρδισε ιρανικές στρατιωτικές και πυρηνικές εγκαταστάσεις. Αυτή τη φορά, όπως δήλωσε, θα έφευγαν ξανά — αν δεν υπήρχαν οι γάτες τους, ο Σαμ και η Γιαλ.

«Το ταξίδι ήταν δύσκολο γι’ αυτές. Ήταν τρομοκρατημένες», εξήγησε η Ναφίσε, καθισμένη στον καναπέ με τον Σαμ στην αγκαλιά της.

Αντί να φύγουν, το ζευγάρι περνά τα περισσότερα βράδια με φίλους, πηγαίνοντας από διαμέρισμα σε διαμέρισμα, σε διαφορετικές γειτονιές.

Όπως χαρακτηριστικά δήλωσε: «Κάθε βράδυ στις οκτώ μαζευόμαστε σε κάποιο σπίτι. Ο καθένας φέρνει φαγητό ή γλυκό. Μας βοηθά να κρατήσουμε το ηθικό μας».

Όπως πολλοί γύρω της, η Ναφίσε ελπίζει ότι το καθεστώς θα χάσει την εξουσία, αλλά δηλώνει ξεκάθαρα τι δεν θέλει. «Δεν θέλουμε αυτόν τον πόλεμο. Θέλουμε αλλαγή, αλλά όχι έτσι», σημειώνει, προσθέτοντας: «Είμαστε κατά της Ισλαμικής Δημοκρατίας, αλλά δεν θέλουμε την επιστροφή της μοναρχίας».

Όπως ανέφερε οι διαδηλώσεις του Ιανουαρίου  2026 δεν έγιναν υπέρ του Ρεζά Παχλαβί, του εξόριστου γιου του τελευταίου Σάχη του Ιράν, ο οποίος έχει δηλώσει πως θα ήταν πρόθυμος να ηγηθεί μιας μεταβατικής κυβέρνησης σε περίπτωση πτώσης της Ισλαμικής Δημοκρατίας.

Μετά τον θάνατο του Αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ, πολλοί πίστεψαν ότι  ίσως καθεστώς θα  αρχίσει να καταρρέει. Όταν όμως ο γιος του Μοτζταμπά Χαμενεΐ, επιλέχθηκε να τον διαδεχθεί η ελπίδα αυτή εξανεμίστηκε.

«Το σύστημα είναι βαθύ και περίπλοκο», είπε η Ναφίσε. «Ακόμα κι αν αλλάξει κάποτε, δεν θα γίνει από τη μια μέρα στην άλλη και σίγουρα όχι με αυτόν τον πόλεμο».

Η καθημερινότητα υπό πίεση

Ο 40χρονος Αμίρ ζει στο Καράτζ αλλά ταξιδεύει καθημερινά στην Τεχεράνη για τη δουλειά του. Διατηρεί μικρό κατάστημα στα νότια της πόλης και εμπορεύεται φρένα αυτοκινήτων. «Ο πόλεμος και οι οικονομικές συνθήκες επηρεάζουν άμεσα τη δουλειά μου», αναφέρει. και πρόσθεσε ότι:«Αν αρθούν οι κυρώσεις, η χώρα μπορεί να προοδεύσει. Η οικονομία μας έχει μεγάλες δυνατότητες».

Σύμφωνα με το κρατικό πρακτορείο ειδήσεων, τουλάχιστον 1.444 άνθρωποι έχουν σκοτωθεί και σχεδόν 19.000 έχουν τραυματιστεί στο Ιράν. Η χώρα έχει απαντήσει με επιθέσεις σε αμερικανικούς στόχους στην περιοχή, ενώ, σύμφωνα με το Axios έχει επαναλειτουργήσει δίαυλος επικοινωνίας μεταξύ του ειδικού απεσταλμένου των ΗΠΑ, Στιβ Γουίτκοφ, και του υπουργού Εξωτερικών του Ιράν, Αμπάς Αραγτσί.

Η σύγκρουση έχει εκτοξεύσει τις τιμές του πετρελαίου πάνω από τα 100 δολάρια το βαρέλι, μετά την απόφαση του Ιράν να κλείσει τα Στενά του Ορμούζ για τις ΗΠΑ, το Ισραήλ και τους συμμάχους τους.

Παράλληλα, έχει αναδείξει βαθιές διαφωνίες στο εσωτερικό του ΝΑΤΟ, με το Ηνωμένο Βασίλειο και άλλες ευρωπαϊκές κυβερνήσεις να δηλώνουν ότι δεν επιθυμούν να εμπλακούν στον πόλεμο.

Ο φόβος των πολιτών

Οι άμαχοι στην Τεχεράνη δεν είχαν την πολυτέλεια επιλογής, όπως σημειώνει ο Βενσάν Κασάρ, επικεφαλής της Διεθνούς Επιτροπής του Ερυθρού Σταυρού στην πόλη. «Βλέπω το βάρος που έχει προκαλέσει η κλιμάκωση των εχθροπραξιών στους ανθρώπους που φοβούνται για τη ζωή τους και για το μέλλον τους», δήλωσε.

Η καθημερινότητα έχει διαταραχθεί βαθιά: τα σχολεία παραμένουν κλειστά, πολλές επιχειρήσεις έχουν αναστείλει τη λειτουργία τους και ακόμη και οι κατοικίες δεν θεωρούνται ασφαλείς.

«Αισθανόμαστε τα κύματα από τις εκρήξεις σε όλη την πόλη», λέει ο 30χρονος Μοτζταμπά, δημιουργός ντοκιμαντέρ, ο οποίος έχει επιλέξει να παραμείνει στο υπόγειό του, θεωρώντας το ασφαλέστερο, πρόσθεσε επίσης ότι: «Η Τεχεράνη έχει δει πολλές εισβολές μέσα στους αιώνες. Θα αντέξουμε και αυτή τη φορά».

Η νέα γενιά και οι ξένοι κάτοικοι

Ο 14χρονος μαθητής Μοέν περνά τον χρόνο του στο σπίτι, διαβάζοντας ή βλέποντας τηλεόραση. «Είναι βαρετά. Θέλω να επιστρέψω στο σχολείο», λέει, θυμούμενος τη στιγμή που ξεκίνησε ο πόλεμος μέσα στην τάξη του.

Από την πλευρά της, η 35χρονη σχεδιάστρια ρούχων Ασάλ δηλώνει αποφασισμένη να παραμείνει στην Τεχεράνη. «Αυτό είναι το σπίτι μου και δεν φεύγω, ό,τι κι αν γίνει», λέει από την ταράτσα του ατελιέ της.

Η Τεχεράνη φιλοξενεί και μεγάλο αριθμό προσφύγων. Σύμφωνα με την εφημερίδα Tehran Times,  στη χώρα ζουν 1,65 εκατομμύρια Αφγανοί πρόσφυγες και σχεδόν 60.000 ξένοι φοιτητές από 101 χώρες.

Τέλος, ο Άλι, Παλαιστίνιος-Σύρος που διαμένει εδώ και δέκα χρόνια στην πόλη, ολοκληρώνει το διδακτορικό του στην έρευνα τέχνης και διδάσκει στο πανεπιστήμιο. «Ο πόλεμος είναι τρομακικός, αλλά μετά από τόσα χρόνια έχω μάθει να αντέχω και να νιώθω σαν είμαι τοίχος», είπε και πρόσθεσε ότι: «Αυτό κάνει ο πόλεμος στους ανθρώπους».

Πηγή: Guardian