Μια εκτεταμένη διεθνής επιχείρηση των ιταλικών αρχών αποκάλυψε ένα καλά οργανωμένο δίκτυο λαθρεμπορίου καπνικών προϊόντων, ενεργειακών προϊόντων και αλκοολούχων ποτών, με δραστηριότητα σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες και σημαντικές διασυνδέσεις με την Ελλάδα.

Από τις πρώτες πρωινές ώρες πραγματοποιήθηκαν δεκάδες συλλήψεις και έρευνες σε διάφορες περιοχές της Ιταλίας, μεταξύ των οποίων η Βενετία, το Τρεβίζο και η Τεργέστη, στο πλαίσιο της επιχείρησης με την κωδική ονομασία «Melita».

Περισσότεροι από εκατό αξιωματικοί της ιταλικής οικονομικής αστυνομίας συμμετείχαν στην επιχείρηση, η οποία οδήγησε στην εκτέλεση εντάλματος προφυλάκισης για 28 άτομα. Από αυτούς, οι 20 εντοπίστηκαν σε διάφορες ιταλικές επαρχίες, όπως το Μπάρι, η Ρώμη, η Τεργέστη, η Νάπολη, το Καμπομπάσο, η Καζέρτα, η Περούτζια, η Λέτσε, η Λα Σπέτσια, η Μάσσα Καράρα, το Ιζέρνια, η Αλεσσάντρια, το Τρεβίζο και η Βενετία.

Οι υπόλοιποι οκτώ βρίσκονται στο εξωτερικό και αναζητούνται σε χώρες όπως η Κροατία, το Βέλγιο, η Μολδαβία, το Ηνωμένο Βασίλειο, η Γερμανία και η Βουλγαρία, με ευρωπαϊκά εντάλματα σύλληψης και διεθνή εντάλματα καταδίωξης να έχουν ήδη εκδοθεί.

Οι συλλήψεις αυτές προστέθηκαν σε δύο ακόμη που είχαν πραγματοποιηθεί επ’ αυτοφώρω κατά τη διάρκεια της πολύχρονης έρευνας. Οι έρευνες ξεκίνησαν το 2018, όταν οι αρχές παρακολούθησαν ύποπτα φορτηγά οχήματα που διέρχονταν από το συνοριακό πέρασμα του Μπρένερ.

Η έρευνα διεξήχθη από την Οικονομική και Χρηματοοικονομική Αστυνομία του Τρέντο με την υποστήριξη ειδικών μονάδων από τη Ρώμη και υπό την εποπτεία της Εισαγγελίας του Τρέντο.

Κατά τη διάρκεια της έρευνας χρησιμοποιήθηκαν προηγμένα τεχνολογικά μέσα για τον εντοπισμό κρυφών διαμερισμάτων σε οχήματα και εμπορευματοκιβώτια, καθώς και τηλεφωνικές και ηλεκτρονικές παρακολουθήσεις. Μέσα από αυτή τη διαδικασία αποκαλύφθηκε ένα εκτεταμένο παράνομο δίκτυο διακίνησης προϊόντων λαθρεμπορίου, κυρίως από χώρες όπως η Σλοβενία και η Γερμανία.

Τα προϊόντα μεταφέρονταν προς την Ιταλία με φορτηγά, λεωφορεία, βαν αλλά και επιβατικά αυτοκίνητα, πολλά από τα οποία διέθεταν ειδικά διαμορφωμένες κρυψώνες ή συνοδεύονταν από νόμιμα εμπορεύματα που λειτουργούσαν ως «κάλυψη».

Οι μεταφορές πραγματοποιούνταν συχνά μέσω σημαντικών συνοριακών περασμάτων, όπως το Πράτο Λα Ντράβα, το Ταρβίζιο και η Τεργέστη, εκτός από το Μπρένερ. Οι αρχές διαπίστωσαν ότι το δίκτυο χρησιμοποιούσε πολλαπλές μεθόδους για να παρακάμπτει τους τελωνειακούς ελέγχους. Σε αρκετές περιπτώσεις τα λαθραία προϊόντα μεταφέρονταν σε φορτηγά ή κοντέινερ συνοδευόμενα από πλαστά έγγραφα μεταφοράς ή φορτία κάλυψης.

Μία από τις βασικές τεχνικές που χρησιμοποιούσε το κύκλωμα ήταν η κατάχρηση του καθεστώτος τελωνειακής διαμετακόμισης της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Σε αυτή την πρακτική, τα τσιγάρα εμφανίζονταν στα χαρτιά ότι είχαν τελικό προορισμό χώρες εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης, ενώ στην πραγματικότητα διοχετεύονταν παράνομα στην ιταλική αγορά. Για να επιτευχθεί αυτό, χρησιμοποιούνταν ψευδείς διαδικασίες επικύρωσης των τελωνειακών εγγράφων διαμετακόμισης, καθώς και πλαστές δηλώσεις εξαγωγής.

Παράλληλα, η οργάνωση φαίνεται ότι δημιούργησε και ειδικούς φορολογικούς αποθηκευτικούς χώρους, όπου δήθεν αποθηκεύονταν αλκοολούχα ποτά σε καθεστώς αναστολής φόρου. Στην πραγματικότητα όμως τα προϊόντα διοχετεύονταν στο παράνομο ευρωπαϊκό δίκτυο διανομής, αποφεύγοντας την καταβολή των σχετικών φόρων και δασμών.

Κατά τη διάρκεια των ερευνών αποκαλύφθηκε επίσης η εμπλοκή μιας αποσταγματοποιίας με έδρα στο Τρεντίνο, η οποία φέρεται να επιχείρησε να διακινήσει παράνομα μεγάλη ποσότητα αλκοολούχων ποτών.

Συγκεκριμένα, οι αρχές κατέσχεσαν τον Μάρτιο του 2019 στη Βερόνα δύο φορτία βότκας που περιλάμβαναν συνολικά 39.960 φιάλες και τα οποία είχαν μεταφερθεί με δόλιο τρόπο προκειμένου να αποφευχθεί η καταβολή των τελωνειακών δασμών.

Η διεθνής συνεργασία μεταξύ των αστυνομικών και δικαστικών αρχών διαφόρων χωρών αποδείχθηκε καθοριστική για την επιτυχία της επιχείρησης. Οι αρχές αξιοποίησαν μηχανισμούς δικαστικής συνεργασίας σε ευρωπαϊκό επίπεδο, ενώ σημαντικό ρόλο έπαιξε και ο συντονισμός μεταξύ διαφορετικών εισαγγελικών αρχών στην Ιταλία, ιδιαίτερα των ειδικών εισαγγελιών για την καταπολέμηση του οργανωμένου εγκλήματος σε πόλεις όπως το Μπάρι, η Νάπολη και η Τεργέστη.

Συνολικά, στο πλαίσιο της έρευνας εντοπίστηκαν και αναφέρθηκαν στις δικαστικές αρχές 115 άτομα διαφόρων εθνικοτήτων, μεταξύ των οποίων Ιταλοί, Ρουμάνοι, Μολδαβοί, Ουκρανοί, Έλληνες και Μαλτέζοι.

Οι κατηγορίες που αντιμετωπίζουν περιλαμβάνουν συμμετοχή σε εγκληματική οργάνωση με σκοπό το λαθρεμπόριο καπνικών προϊόντων, φοροδιαφυγή μέσω αποφυγής καταβολής ειδικών φόρων κατανάλωσης σε καύσιμα και αλκοολούχα ποτά, καθώς και άλλες συναφείς παραβάσεις που χαρακτηρίζονται ως διασυνοριακά εγκλήματα.

Επιπλέον, πέντε από τους κατηγορουμένους ελέγχονται και για παράνομη λήψη κοινωνικών επιδομάτων, καθώς φέρονται να είχαν δηλώσει ψευδώς οικονομική αδυναμία προκειμένου να λάβουν το ιταλικό επίδομα κοινωνικής στήριξης.

Οι οικονομικές αρχές εκτιμούν ότι το κύκλωμα προκάλεσε τεράστια ζημιά στα δημόσια έσοδα. Σύμφωνα με τα στοιχεία της έρευνας, οι διαφυγόντες φόροι, δασμοί και άλλες επιβαρύνσεις υπολογίζονται σε περισσότερα από 27,2 εκατομμύρια ευρώ.

Παράλληλα, εκτιμάται ότι μέσω του δικτύου διοχετεύθηκαν στην αγορά περίπου 160 τόνοι παράνομων καπνικών προϊόντων, καθώς και πάνω από 16 εκατομμύρια λίτρα αλκοολούχων ποτών.

Η επιχείρηση «Melita» θεωρείται μία από τις σημαντικότερες επιχειρήσεις των τελευταίων ετών στην Ιταλία κατά του λαθρεμπορίου καπνικών και αλκοολούχων προϊόντων, αναδεικνύοντας το μέγεθος και τη διεθνή διάσταση των παράνομων δικτύων που εκμεταλλεύονται τις εμπορικές ροές και τα τελωνειακά καθεστώτα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.