Μία μουσική βραδιά υψηλών αξιώσεων παρακολούθησαν στις 7/3/2026 όσοι φιλόμουσοι κατάφεραν να εξασφαλίσουν θέση για την πολυαναμενόμενη συναυλία της Φιλαρμονικής του Λονδίνου στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών. Η μετάκληση της κορυφαίας εγγλέζικης ορχήστρας αποτέλεσε την εναρκτήρια κορωνίδα του φετινού «Φεστιβάλ της Άνοιξης», ως καθιερωμένου πλέον θεσμού, αλλά και μία από τις σημαντικότερες στιγμές της τρέχουσας καλλιτεχνικής σαιζόν.

Η βαρύτητα της αθηναϊκής εμφάνισης υπήρξε διττή: αφενός σηματοδότησε την πρώτη συναυλία του σπουδαίου Εσθονού μαέστρου Πάαβο Γαίρβι μετά την ανακοίνωση της εκλογής του ως επικεφαλής αρχιμουσικού της λονδρέζικης ορχήστρας (από το 2028), αφετέρου αποτέλεσε το ελληνικό ντεμπούτο του περιζήτητου Γάλλου πιανίστα Αλεξάντρ Καντορό. Ο πρώτος Γάλλος νικητής του Διαγωνισμού Τσαϊκόφσκι, τον οποίον είχαμε ξανακούσει στο Παρίσι και στο Μπιλμπάο προ διετίας, κλήθηκε τώρα να ερμηνεύσει το σπάνιο Δεύτερο Κονσέρτο για πιάνο και Ορχήστρα τού ως άνω Ρώσου συνθέτη, ενώ το δεύτερο μέρος του προγράμματος κατέλαβε συμμετρικά η αριστουργηματική Δεύτερη Συμφωνία του Γιαν Σιμπέλιους.

Στην κατάμεστη αίθουσα «Χρήστος Λαμπράκης» προσήλθαν, υπό έντονο χειροκρότημα, οι Καντορό και Γαίρβι, καταλαμβάνοντας θέση στο κλαβιέ και στο πόντιουμ, αντίστοιχα, έτοιμοι να εκτελέσουν το λιγότερο γνωστό (σε σχέση με το δημοφιλές Πρώτο), αλλά εξαιρετικά ενδιαφέρον Κονσέρτο για πιάνο αρ. 2 σε σολ μείζονα του Π.Ι. Τσαϊκόφσκι. Η είσοδος του νεαρού Γάλλου σολίστ μετά την εκρηκτική ορχηστρική εισαγωγή φανέρωσε ευθύς την ποιότητα και την καθαρότητα της άρθρωσής του, το λαμπερό φινίρισμα της φραστικής του και τη συνολική υφολογική κατανόηση της γραφής του έργου.

Η επίδοση της ορχήστρας υπό τον Γαίρβι υπήρξε εξίσου πειστικότατη, με φροντισμένες ερωταπαντήσεις που δεν υπερκάλυπταν το πιάνο, κρυστάλλινης διαύγειας ξύλινα πνευστά (με προεξάρχον το φλάουτο), και ωραία πλαστικότητα εγχόρδων, που με ρωμαλέα φόρτε παρουσίασαν το βασικό θεματικό υλικό. Αυτό, εν συνεχεία, μετέπλασε ποιητικά ο Καντορό, μέσω φίνων φωτοσκιάσεων και δεξιοτεχνικών δακτυλισμών στο πληκτροφόρο, καταλήγοντας με συνεπή αφηγηματική ροή, γεμάτα μπάσα και άρτιο έλεγχο των δυναμικών σε διονυσιακά ξεσπάσματα, δίχως απώλειες στη διαφάνεια του ακροάματος.

Το δεύτερο αργό μέρος αποδόθηκε με ευαισθησία τόσο από τις εκλεπτυσμένες δοξαριές των εγχόρδων όσο και από τον ίδιο τον Καντορό, ο οποίος με όμορφα πιανίσιμι έδωσε χώρο στην ανάπτυξη του διαλογικού τρίο μεταξύ σόλο βιολιού, βιολοντσέλο και πιάνου. Εδώ, να επισημάνουμε ότι αυτό το «τριπλό κονσέρτο» που προέβλεψε ο Τσαϊκόφσκι εντός τού Αντάντε είχε περικοπεί αυθαιρέτως από τον μαθητή του Αλεξάντρ Ζιλότι και αυτή η συντετμημένη εκδοχή είχε -αντίθετα προς τη βούληση του συνθέτη- επικρατήσει για μεγάλο μέρος του περασμένου αιώνα. Συνεπώς, η εν προκειμένω ενδεδειγμένη παρουσίαση της πρωτότυπης εκδοχής επέτρεψε στο αθηναϊκό κοινό να απολαύσει το πλήρες εύρος της γραφής, με τις ποιότητες μουσικής δωματίου που προτείνει.

Οι λεπτομέρειες αυτές αναδείχθηκαν σε μεγάλο βάθος από το σόλο ακριβείας του εξάρχοντος βιολιστή, αλλά ιδιαίτερα από το εκφραστικότατο παίξιμο της κορυφαίας α’ βιολοντσελίστριας της Φιλαρμονικής του Λονδίνου. Το καταληκτικό αλλέγκρο ξεδιπλώθηκε με πυρακτωμένη ορμή, πειστική απόδοση των ρυθμικών μοτίβων και άριστο συγχρονισμό μεταξύ σολίστ και ορχήστρας, χάρη στο διαρκές μέτρημα του Γαίρβι και την άμεση επικοινωνία του με τον Καντορό.

Ο Γάλλος, εκτοξευμένος με θυελλώδη δύναμη στο κλαβιέ, τερμάτισε το κονσέρτο υπό τις δίκαιες και εκστατικές επευφημίες τού κοινού, το οποίο, πρέπει να πούμε, κράτησε υποδειγματική στάση καθόλη τη διάρκεια της συναυλίας και δεν χειροκρότησε, όπως συχνά συμβαίνει, μεταξύ των μερών. Ο Καντορό ανταποκρίθηκε στα χειροκροτήματα, προσφέροντας ως ανκόρ μία ραψωδική ερμηνεία της άριας «Έρωτας και Θάνατος της Ιζόλδης» από το ομώνυμο μουσικό δράμα του Ριχάρδου Βάγκνερ, στην αισθησιακή μεταγραφή για πιάνο του Φραντς Λιστ.

Μετά το διάλειμμα, το δεύτερο μέρος του προγράμματος κατέλαβε η Συμφωνία αρ. 2 σε ρε μείζονα του Γιαν Σιμπέλιους, ένα διαμάντι της λόγιας μουσικής φιλολογίας, ένα εσωτερικό ψυχογράφημα του Φιλανδού συνθέτη, ένα ηχοχρωματικό βόρειο σέλας. Το εναρκτήριο ποιμενικό θέμα παρουσιάστηκε με ωραίους κυματισμούς στα έγχορδα και με χορευτική σπιρτάδα από το όμποε, ακολουθούμενο από τις εξίσου καλλιεπείς και ιλαρές παρεμβάσεις τού κόρνου, έπειτα του φλάουτου.

Η συνεκτικότητα του υφαντού αυτού οφειλόταν κυρίως στο γενναιόδωρο φραζάρισμα των βιολιών, που υποστήριζαν τις σιβυλλικές τρίλιες και τις γεμάτες έκφραση συνεισφορές των ξύλινων πνευστών. Από την άλλη, τα εκ δεξιών χάλκινα πνευστά (τρομπέτες, τρομπόνια, τούμπα) ήχησαν αρκετά αιχμηρά, ιδίως στα ξεσπάσματα του πρώτου μέρους, ελαφρώς υπερκαλύπτοντας τα όμορφα στροβιλιστικά μοτίβα και την περιδίνηση των υπόλοιπων οργάνων. Εξαιρετικό υπήρξε το ερεβώδες σόλο του φαγκότου στο δεύτερο μέρος, πλάι στα άριστα συγχρονισμένα πιτσικάτι των εγχόρδων, με τα υποδόρια κοντραμπάσα, ειδικά, να δίνουν ρεσιτάλ. Ο διάχυτος δραματικός χαρακτήρας και τα έκτακτα, κοφτά ξεσπάσματα αποδόθηκαν ικανοποιητικά, πρωτίστως χάρη στην πολύτιμη συνδρομή των τυμπάνων, που επένδυσαν με τον αναγκαίο ωστικό παλμό το μουσικό ακρόαμα.

Η σβελτάδα και η ακρίβεια των βιολιών στο σκέρτσο, όμως, δεν στάθηκε ικανή να αναστρέψει την εντύπωση έλλειψης προσανατολισμού και εσωτερικής διασύνδεσης των μερών, ιδίως στην ενιαία μεταβατική γέφυρα προς το φινάλε. Ο Γαίρβι ασχολήθηκε υπέρμετρα με τη διεξοδική ανάδειξη τεχνικών λεπτομερειών της γραφής, αλλά στο τελευταίο μέρος, όπου απαιτείται πηγαίος αυθορμητισμός, δεν έδωσε πειστική κατεύθυνση προς τις χειμαρρώδεις κορυφώσεις, οι οποίες αποτελούν τον φυσικό προορισμό στη μεγάλη εικόνα του έργου. Η επανέκθεση του θέματος με το τραγούδι των βιολιών διέθετε καλή ροή αλλά όχι έντονη φόρτιση, με αποτέλεσμα η τελική κλιμάκωση να ηχήσει περισσότερο ως αποστασιοποιημένη και συντηρητική, παρά ως το θριαμβικό απαύγασμα μιας αδιάκοπης λυτρωτικής πορείας. Σε κάθε περίπτωση, το φρενήρες χειροκρότημα του κοινού αντάμειψε τους μουσικούς για την προσφορά μιας πράγματι αξιομνημόνευτης συμφωνικής βραδιάς υψηλού καλλιτεχνικού επιπέδου.

*Ο Γιώργος Μαρκογιαννόπουλος είναι κριτικός μουσικής, μέλος ΕΕΘΜΚ