Ο «Φαέθων», το έργο του Δημήτρη Δημητριάδη, επανέρχεται στην σκηνή του θέατρου Φούρνος από τη νέα θεατρική ομάδα Bonaventura, σε σκηνοθεσία Χρύσας Καψούλη, κάθε Δευτέρα και Τρίτη. Τους κεντρικούς ρόλους υποδύονται οι ηθοποιοί Χριστόφορος Κώνστας, Μάγδα Κατσιπάνου, Κατερίνα Κέντρου, Κλέλια Μαμουνάκη και Δημήτρης Βουτσής.

Η ιστορία του τοποθετείται στο μεσοαστικό σαλόνι της οικογένειας Λομ στο βόρειο Λονδίνο, όπου η καθημερινότητα είναι ένα καλοκουρδισμένο καθεστώς τρόμου. Ο πατέρας, Άμνετ Λομ, εξουσιάζει ως απόλυτος δυνάστης, επιβάλλοντας τη διαστρεβλωμένη πίστη του σε μια οικογένεια που έχει μάθει να υπακούει. Η μητέρα, Τζούλι, υποτάσσεται σε ό,τι ο πατριάρχης Άμνετ προστάζει και οι κόρες, Ανν και Μπεθ, πιστεύουν ότι «τους αξίζει το χειρότερο». Η κακοποίηση διαβρώνει κάθε πτυχή της ύπαρξής τους και τις καθιστά σιωπηλές μάρτυρες και θύματα της βίας που συμβαίνει μακριά από τα βλέμματα των θεατών, όπως στην αρχαία τραγωδία. Μέρος αυτού του ασφυκτικού σύμπαντος, ο εξουσιαζόμενος γιος Λέλο, που ζει ακόμη στο βρεφικό του καρότσι, αναλαμβάνει να δώσει τη δική του απάντηση στο Aμλετικό δίλημμα «να ζεις ή να μη ζεις».

Αντιστρέφοντας τον αρχαίο μύθο, ο «Φαέθων» του Δημήτρη Δημητριάδη δεν θα πέσει καιόμενος στη γη, αλλά θα αναληφθεί με το άρμα του Ήλιου στον ουρανό. Στη σκηνοθεσία της Χρύσας Καψούλη, το σαλόνι του σπιτιού μετατρέπεται σε πεδίο πυρηνικής αναμέτρησης του Καλού και του Κακού. Του Εξουσιαστή και του Εξουσιαζόμενου. Της Υποταγής και της Ανυπακοής.

Με αφορμή τις παραστάσεις, ο Δημήτρης Δημητριάδης μίλησε στα «Νέα»

Πώς γεννήθηκε για εσάς ο «Φαέθων»;

Ο Φαέθων γράφτηκε το 2006. Με αφετηρία τον αρχαίο μύθο, το θέμα τής ανυπακοής στην πατρική συμβουλή/απαγόρευση ήταν το κίνητρο τής αντιστροφής και φυσικά τής συγγραφής τού έργου. Ως απόρροια αυτής τής αφετηρίας προέκυψαν δύο εξέχουσες περιπτώσεις υπακοής στον πατέρα, Άμλετ και Κάφκα. Αυτές με έκαναν από την μια στο να τοποθετήσω το έργο στην Αγγλία, από την άλλη να συμπεριλάβω στην πρώτη ύλη την εβραϊκή αλλά και την χριστιανική συνιστώσα, έτσι ώστε η συνύπαρξη των δύο αυτών βασικών παραμέτρων να λειτουργήσει συμπληρωματικά σε δομικό επίπεδο. Εκείνο που έδωσε όμως το πραγματικό δραματουργικό λάκτισμα ώστε το έργο να πάρει μπρος στην διαπραγμάτευση των προσώπων, με πρώτο βέβαια τον Λέλο, ήταν όταν, αναζητώντας στην εγκυκλοπαίδεια Larousse επιπλέον πληροφορίες για τον μυθικό Φαέθωντα, ανακάλυψα ότι, στην αγγλική, φαέθων/phaeton λέγεται το καροτσάκι τού μωρού.

Ο «Φαέθων» σας αντιστρέφει τον αρχαίο μύθο: δεν πέφτει, αλλά αναλαμβάνεται. Τι σημαίνει για εσάς αυτή η ανατροπή; Είναι λύτρωση, εκδίκηση ή μια άλλη μορφή τραγωδίας;

Ναι, εδώ ο Φαέθων δεν πέφτει καιόμενος μαζί με το άρμα του από την επαφή του με τον ήλιο, γιατί μέχρι την πατροκτονία βρίσκεται μόνο σε συνεχή πτώση, κατάπτωση, έκπτωση, όπως και οι τρείς γυναίκες, βέβαια . δεν τού επιτρέπεται να ανέλθει, ακόμα λιγότερο να αναληφθεί. Θα ονόμαζα αυτή την πτώση προπατορική, όχι ως βιβλικό αμάρτημα αλλά ως ανθρώπινη ιστορική συνθήκη. Στο έργο, έχουμε ένα αμιγώς ανθρώπινο καθεστώς που εκπροσωπείται από τον Αμνετ Λομ, έναν πατέρα που, σε όλη την διάρκεια τού έργου, αναπτύσσει και ολοκληρώνει το σύνολο τού εβραϊσμού στην χριστιανική εκδοχή του, αυτή των Ευαγγελίων. Ο Λέλο, σκοτώνοντας τον πατέρα του, δεν σκοτώνει μόνο έναν πατέρα, σκοτώνει και έναν πολιτισμό, τον χριστιανικό. Ο Χριστιανισμός κατακρεουργείται από τον Λέλο στο πρόσωπο τού πατέρα του. Ο Υιός δολοφονεί τον Θεό – Πατέρα, διαγράφει με τις μαχαιριές του την καταδυνάστευση τού ανθρώπινου γένους από μία προαιώνια διανοητική παράκρουση.

Ετσι, η πράξη του δεν είναι εκδίκηση ούτε τραγική, αντιθέτως είναι πράξη λύτρωσης, κάτι παραπάνω : σωτηρίας. Ο Λέλο – όχι ο άλλος – είναι ο αληθινός Σωτήρ. Το έγκλημά του, μια τυραννοκτονία, είναι – έστω στα όρια θεατρικού έργου – μία ευεργεσία που αφορά όλο το ανθρώπινο γένος. Κι αυτό χάρη στην ανυπακοή του.

Στο έργο, το μεσοαστικό σαλόνι μετατρέπεται σε χώρο τρόμου και απόλυτης εξουσίας. Πόσο επικίνδυνα «οικείος» είναι αυτός ο χώρος για τη σύγχρονη κοινωνία;

Ο χώρος τού έργου είναι η σύνοψη τής σύγχρονης κοινωνίας, κυρίως με όσα αυτή κρύβει, δεν ομολογεί, υφίσταται αλλά και διαπράττει. Αρα ο κίνδυνος, που αναφέρετε, δεν είναι άλλος από την ίδια την κοινωνία. Η κοινωνία είναι ο Αμνετ Λομ, κι αυτό που ο ίδιος εξαγγέλλει δεν είναι άλλο από τον μηχανισμό των αξιών και των πρακτικών της.

Η βία στο έργο συμβαίνει κυρίως εκτός σκηνής, όπως στην αρχαία τραγωδία. Είναι πιο ανυπόφορη η βία όταν δεν τη βλέπουμε αλλά τη φανταζόμαστε;

Αυτό που δεν βλέπουμε, που δεν είναι αντικείμενο οράσεως, αγγίζει την πηγή της, τον εγκέφαλο, από την σκέψη μέχρι την φαντασία. Το ήξεραν πολύ καλά αυτό οι αρχαίοι τραγικοί. Στον Φαέθωντα εκείνο που δεν βλέπουμε γίνεται ακόμα πιο ανυπόφορο επειδή δεν το βλέπουμε. Αυτό το είδος απόκρυψης από την μια δηλώνει το απερίγραπτο με λέξεις, από την άλλη αποτελεί, στον Φαέθωντα, το συμπλήρωμα των όσων «κηρύσσει» ασύστολα ο πατέρας, συμπλήρωμα που είναι συγχρόνως η διάψευση τού «κηρύγματός» του, δηλαδή τής χριστοκεντρικής ασυμμάζευτης ρητορείας του.

Στον «Φαέθοντα», η σύγκρουση Καλού και Κακού δεν είναι αφηρημένη, αλλά σωματική και οικογενειακή. Μπορεί το Κακό να ηττηθεί χωρίς να καταστραφεί πρώτα η οικογένεια που το γεννά;

Στον Φαέθωντα, το Κακό – κρατώ το κεφαλαίο Κ – είναι ένα : ο Αμνετ Λομ, ως βιαστής ων μελών τής οικογένειάς του αλλά προπαντός ως εκφραστής αυτού που ανέφερα προηγουμένως, τού χριστιανικού δόγματος. Η κατάφωρα αυνανιστική και πομπώδης λογοδιάρροιά του για τα Θεία Πάθη, όπως την ακούμε από κάποιον που παριστάνει τον Ευαγγελιστή αλλά που συγχρόνως αποδεικνύει με τις ίδιες τις πράξεις του ότι ο Λόγος τού Κυρίου, όχι μόνο δια στόματος Αμνετ Λομ, απέτυχε στις εξαγγελίες του, ότι αιώνες ιερών κειμένων, οικουμενικών συνόδων, εκκλησιαστικών διαβουλεύσεων, θεολογικής γραμματείας, όχι μόνο προέκυπταν από ένα αρχικό λάθος σε όλα όσα πίστεψαν αλλά κυρίως ότι αυτό που οι ίδιοι αποκαλούν και θεωρούν Κακό Σατανά Αντίχριστο Εωσφόρο, απρόσβλητο από αυτούς. Όλα τα κηρύγματά τους και οι παραινέσεις τους, εντολές και τιμωρίες έχουν πέσει και πέφτουν στο κενό. Αυτό το Κακό, που δεν κατάφεραν να εξαλείψουν ο Χριστός, η Εκκλησία του και οι εκπρόσωποί της, κατακρεουργεί και διαγράφει ο Λέλο.

Το σύνθημα «Το κακό πρέπει να συντριβεί» ακούγεται απόλυτο. Υπάρχει, κατά τη γνώμη σας, κίνδυνος να μοιάσει το Καλό με αυτό που πολεμά;

Η διαίρεση τού κόσμου σε Καλό και Κακό, σε αισθητό και υπεραισθητό είναι ο θεμέλιος λίθος τού πλατωνισμού και όλων των θρησκειών. Το σύνθημα που αναφέρετε θα μπορούσε να είναι ο λόγος υπάρξεως όλων των μεταφυσικών συστημάτων. Πρόκειται, κατά την γνώμη μου, για μία από τις σοβαρότερες παρανοήσεις και είναι αυτή με την ευρύτερη διάδοση και την βαθύτερη επιρροή. Η καταδίκη του Κακού από την Εκκλησία, από κάθε Εκκλησία, με συνέπειες εφιαλτικές σε ό,τι αφορά την κατανόηση τού ανθρώπινου, μετέτρεψε την Εκκλησία, και κάθε Εκκλησία, σε Οίκο, σε Οικογένεια, τού ίδιου τού Κακού.

Ο Φαέθων σας δεν ζητά απλώς δικαιοσύνη, αλλά ανυπακοή. Είναι η ανυπακοή σήμερα πολιτική πράξη, υπαρξιακή ανάγκη ή πράξη απελπισίας;

Η ανυπακοή είναι μία πράξη δικαιοσύνης όταν η υπακοή αδικεί αυτόν που την τηρεί. Ο Λέλο Λομ αντιστρέφει την σαιξπηρική φράση «Η συνείδηση μάς κάνει δειλούς», και αποδεικνύει έμπρακτα ότι το ακριβώς αντίθετο είναι αλήθεια, ότι η συνείδηση/συνειδητοποίηση είναι η αρχή τής επίγνωσης και τής αυτογνωσίας, ότι μόνον αυτή οδηγείς την πράξη. Η ανυπακοή τού Λέλο/Φαέθωντα έχει απόλυτα θετικό πρόσημο, και φυσικά επιβραβεύεται με την τελική μεταστροφή του από την πτώση στην άνοδο.

Πώς συνομιλεί αυτός ο «Φαέθων» με το σήμερα: με την κακοποίηση που μένει κρυφή, με τη σιωπή, με την κοινωνική συνενοχή;

Η συνομιλία τού Λέλο/Φαέθων με το σήμερα, καταγράφεται στους μονολόγους του και στις αντιπαραθέσεις του, κυρίως με την μητέρα του και φυσικά με τον πατέρα του. Είναι μία διαδικασία εσωτερικής μετακίνησής του από σημείο σε σημείο : κάνει απολογισμούς τής ως τώρα ζωής του, παραθέτει σκέψεις για τις φιλίες του, την σεξουαλικότητά του – και την ερωτική μοναξιά του, την αδράνεια τού ανδρισμού του – κεντρικός στόχος ταπείνωσής του από τον πατέρα του, τα διαβάσματά του, σχέδια που δεν πραγματοποιήθηκαν, σχέσεις που δεν ολοκληρώθηκαν ή δεν υπήρξαν καθόλου. Πρόκειται για απολογισμό ζωής από κάποιον που εκείνο που τον απασχολεί πριν από κάθε τι άλλο είναι ότι δεν ζει, δεν έζησε, δεν είναι ζωντανός, ενώ φλέγεται από την έλλειψη και την αναπλήρωσή της.

Όταν αντιστρέφει την φράση τού Άμλετ – μεταφρασμένη άστοχα αλλά χρήσιμα εδώ «Να ζει κανείς ή να μη ζεί» – και λέει «Να ζείς, αυτό είν’ όλο το ζήτημα», συνειδητοποίει ότι βρίσκεται σε σημείο οριακό, ότι μόνο αναλαμβάνοντας δράση θα τερματίσει το πατρικό καθεστώς που τον καθήλωσε στο καροτσάκι τού μωρού και τελικά θα πιάσει με τα δικά του χέρια τα ηνία τού άρματος που θα τον ανεβάσει μη καιόμενο μέχρι τον ήλιο κι ακόμα πιο ψηλά.