Σφοδρή επίθεση κατά της οικογένειάς του εξαπέλυσε ο Απόστολος Ρ. Σπυρόπουλος, στέλεχος της Νέας Δημοκρατίας και πρώην συντονιστής Πολιτικής του ΠΑΣΟΚ, κατηγορώντας συγγενικά του πρόσωπα για κακοδιαχείριση που οδήγησε τα οινοποιεία της οικογένειας στη Μαντινεία σε χρεοκοπία και πλειστηριασμούς.
Σε ανάρτησή του, ο κ. Σπυρόπουλος δηλώνει χαρακτηριστικά: «Ήμουν μόνος μου και απέναντί μου όλοι σας!». Καταγγέλλει τον θείο του, Επαμεινώνδα Σπυρόπουλο, ως «απόλυτα εγωκεντρικό» και κάνει λόγο για παρατυπίες στη διοίκηση και τη διαδοχή της εταιρείας, χαρακτηρίζοντας τη διαδικασία «παρωδία». Αναφέρει ακόμη ότι η θεία του παρέδωσε τη διοίκηση στην κόρη της, η οποία τότε ήταν άνεργη, ενώ τα μέλη της οικογένειας «στραγγίζαν» την εταιρεία «μέχρι το τελευταίο ευρώ».
Ο ίδιος υπογραμμίζει ότι επί 25 χρόνια δεν έλαβε κανένα οικονομικό όφελος από την επιχείρηση και ότι μετά την παραίτησή του το 2020 δεν χρέωσε «ούτε ένα μπουκάλι κρασί». Παράλληλα, κάνει λόγο για πολιτικές αντιπαραθέσεις μέσα στην οικογένεια, συνδέοντας τις με τη μετακίνησή του από το ΠΑΣΟΚ στη Νέα Δημοκρατία και αναφέροντας προσπάθειες να εμφανιστεί η οικογένεια δημόσια απέναντί του.
Η ιστορία του «Κτήματος Σπυρόπουλος»
Το «Κτήμα Σπυρόπουλος» μετρά περίπου τρεις δεκαετίες στη σημερινή του μορφή, από τότε που οι αδελφοί Επαμεινώνδας, Ροβέρτος και Ιωάννης Σπυρόπουλος αποφάσισαν να εξελίξουν τη μακρά οικογενειακή παράδοση στην οινοποιία. Οι ρίζες της οικογένειας στον χώρο φτάνουν ως το 1860, ενώ το Κτήμα έχει αναδείξει διακεκριμένες ετικέτες που συνδέθηκαν με την ιστορία του ελληνικού κρασιού.
Το πρώτο οινοποιείο βρίσκεται στην καρδιά της Αρκαδίας, στη Μαντινεία, λίγα μέτρα από τα αρχαία τείχη και το θέατρο της πόλης. Σχεδιάστηκε το 1987 και άρχισε να κατασκευάζεται το 1989, με χαρακτηριστικό στοιχείο τον πέτρινο αρκαδικό πύργο, περιτριγυρισμένο από αμπελώνες.
Η έναρξη της ρήξης
Η κρίση στην οικογένεια ξεκίνησε το 2010, όταν η παγκόσμια οικονομική ύφεση έπληξε και την Ελλάδα. Η εταιρεία βρέθηκε αντιμέτωπη με έλλειψη ρευστότητας και δυσκολία στην εξυπηρέτηση των υποχρεώσεών της, ενώ οι μέτοχοι χωρίστηκαν σε δύο στρατόπεδα: από τη μία οι αδελφοί Επαμεινώνδας και Ιωάννης, που κατείχαν από κοινού το 50%, και από την άλλη ο ανιψιός τους, Απόστολος, με το 25%.
Όπως αναφέρεται, η ατμόσφαιρα που επικράτησε τα επόμενα χρόνια ήταν «νοσηρή», οδηγώντας το άλλοτε ισχυρό οινοποιείο σε απαξίωση και απώλεια της φήμης του.
Ο πλειστηριασμός
Η διαδικασία πλειστηριασμού αφορούσε την εταιρεία «Αγροτοβιομηχανική Οινοποιητική Αρκαδίας Α.Ε.» («Αρκάς Α.Ε.») και περιλάμβανε δύο αγροτεμάχια στη θέση «Γκορτσούλι» Μαντινείας, συνολικού εμβαδού περίπου 9.200 τ.μ., στα οποία βρίσκεται εργοστάσιο οινοποιίας. Η περιοχή ανήκει στον κηρυγμένο αρχαιολογικό χώρο της Αρχαίας Μαντινείας, γεγονός που καθιστά απαραίτητη την έγκριση του τοπικού συμβουλίου αρχαιοτήτων για κάθε εργασία.
Η τιμή εκκίνησης ορίστηκε στα 1.397.000 ευρώ και η κατακύρωση έγινε με μόλις ένα ευρώ παραπάνω. Για τις 4 Μαρτίου έχει προγραμματιστεί πλειστηριασμός και για το δεύτερο οινοποιείο της επιχείρησης στη Νεμέα.
Η ανάρτηση του Απόστολου Σπυρόπουλου
Στην εκτενή ανάρτησή του με τίτλο «Το τέλος ενός ταξιδιού, η ώρα της αλήθειας», ο κ. Σπυρόπουλος περιγράφει με προσωπικούς τόνους την πορεία της οικογενειακής επιχείρησης και την απώλειά της. Αναφέρει ότι μεγάλωσε μέσα στο οινοποιείο και ότι η κατασκευή του αποτέλεσε μέρος των παιδικών του αναμνήσεων. Σημειώνει πως η χρεοκοπία δεν ήταν αποτέλεσμα συγκυριών, αλλά «νομοτελειακό αποτέλεσμα ετών αλαζονείας και νοσηρής οικογενειοκρατίας».
Στην ανάρτηση κατηγορεί ευθέως συγγενικά πρόσωπα για κακοδιαχείριση, αυθαιρεσία και αλαζονεία, κάνοντας λόγο για «διοίκηση που ιδιοποιήθηκε την εταιρεία». Περιγράφει σκηνές υπερβολής, ταξίδια και κοινωνικές εμφανίσεις, ενώ τονίζει ότι οι ενέργειες αυτές έγιναν ενώ η επιχείρηση κατέρρεε οικονομικά.
Ο κ. Σπυρόπουλος υποστηρίζει ότι «η εταιρεία δεν διοικήθηκε ποτέ — ιδιοποιήθηκε» και ότι η ευθύνη για τη διάλυση και τον διασυρμό βαραίνει αποκλειστικά τα μέλη της οικογένειας που είχαν τη διοίκηση. Κλείνει την ανάρτηση δηλώνοντας πως έχει «τη συνείδησή του καθαρή» και ότι η στάση του υπήρξε συνεπής και διαφανής όλα τα χρόνια της συμμετοχής του στην επιχείρηση.