Σε μια ιστορική πρωτοβουλία για την προστασία των καταναλωτών και του περιβάλλοντος, η Γαλλία έγινε μία από τις πρώτες χώρες παγκοσμίως που ποινικοποίησαν την προγραμματισμένη απαξίωση προϊόντων. Η απόφαση αυτή σηματοδοτεί ένα νέο κεφάλαιο στη μάχη κατά πρακτικών που περιορίζουν τεχνητά τη διάρκεια ζωής των συσκευών.

Με σαφές μήνυμα προς τις πολυεθνικές εταιρείες τεχνολογίας και οικιακών συσκευών, το Παρίσι δηλώνει ότι η εποχή των προϊόντων «σχεδιασμένων για να χαλάνε» φτάνει στο τέλος της. Η νομοθεσία, που εντάχθηκε ήδη από το 2015 στον Κώδικα Καταναλωτή και ενισχύθηκε τα επόμενα χρόνια, προβλέπει αυστηρές κυρώσεις για κατασκευαστές που αποδεδειγμένα μειώνουν σκόπιμα τη διάρκεια ζωής των προϊόντων τους.

Οι ποινές περιλαμβάνουν φυλάκιση έως δύο ετών και πρόστιμο 300.000 ευρώ, ενώ στις πιο σοβαρές περιπτώσεις μπορεί να φτάσουν έως το 5% του μέσου ετήσιου κύκλου εργασιών της εταιρείας. Η ρύθμιση αυτή ενισχύει τη θέση των πολιτών απέναντι σε πρακτικές που επιβαρύνουν τόσο το πορτοφόλι τους όσο και τον πλανήτη.

Όχι μόνο βλάβες, αλλά και «ψηφιακή απαξίωση»

Η γαλλική προσέγγιση δεν περιορίζεται σε ελαττωματικά εξαρτήματα ή ευάλωτα υλικά. Στο στόχαστρο βρίσκονται και οι λεγόμενες «ψηφιακές τακτικές» – ενημερώσεις λογισμικού που επιβραδύνουν παλαιότερες συσκευές, περιορίζουν τη λειτουργικότητα ή καθιστούν αναγκαία την αντικατάστασή τους.

Η συζήτηση κορυφώθηκε το 2017–2018, με τις έρευνες για τις επιβραδύνσεις smartphones που συνδέθηκαν με τη διαχείριση μπαταριών από την Apple Inc.. Το λεγόμενο «battery-gate» άνοιξε τον δρόμο για μεγαλύτερη πολιτική πίεση και αυστηρότερη εφαρμογή της νομοθεσίας, αναδεικνύοντας το ερώτημα: πότε μια τεχνική επιλογή αποτελεί βελτίωση και πότε στρατηγική εξώθησης του καταναλωτή σε αγορά νέας συσκευής;

Πυλώνας του «δικαιώματος στην επισκευή»

Η ποινικοποίηση της προγραμματισμένης απαξίωσης αποτελεί βασικό στοιχείο της ευρύτερης στρατηγικής της Γαλλίας για το «δικαίωμα στην επισκευή». Από το 2021 εφαρμόζεται ο δείκτης επισκευασιμότητας (repairability index), που αξιολογεί προϊόντα όπως κινητά τηλέφωνα, φορητούς υπολογιστές και πλυντήρια ως προς το πόσο εύκολα και οικονομικά μπορούν να επισκευαστούν.

Στόχος είναι να ενισχυθεί η διαφάνεια και να δοθούν κίνητρα στους κατασκευαστές να σχεδιάζουν προϊόντα με μεγαλύτερη ανθεκτικότητα, διαθέσιμα ανταλλακτικά και μακροχρόνια υποστήριξη λογισμικού. Έτσι, ο καταναλωτής αποκτά περισσότερη πληροφόρηση πριν από την αγορά, ενώ παράλληλα μειώνεται η παραγωγή ηλεκτρονικών αποβλήτων.

Περιβάλλον και οικονομία σε νέα ισορροπία

Η Ευρώπη παράγει εκατομμύρια τόνους ηλεκτρονικών απορριμμάτων κάθε χρόνο, με σημαντικό περιβαλλοντικό αποτύπωμα. Η γαλλική πρωτοβουλία ευθυγραμμίζεται με τις πολιτικές της European Union για οικολογικό σχεδιασμό και κυκλική οικονομία, επιδιώκοντας μια μετάβαση από το μοντέλο «παράγω–καταναλώνω–απορρίπτω» σε ένα μοντέλο που βασίζεται στην αντοχή, την επαναχρησιμοποίηση και την επισκευή.

Παρά τις δυσκολίες απόδειξης της πρόθεσης —καθώς η νομική τεκμηρίωση ότι μια εταιρεία ενήργησε σκόπιμα παραμένει απαιτητική— η σημασία του νόμου είναι ουσιαστική. Οι επιχειρήσεις καλούνται πλέον να επανεξετάσουν τις στρατηγικές σχεδιασμού και υποστήριξης προϊόντων τους με γνώμονα τη διαφάνεια και τη βιωσιμότητα.

Η Γαλλία επιχειρεί να θέσει ένα νέο διεθνές πρότυπο: τα προϊόντα δεν πρέπει να έχουν «κρυφή ημερομηνία λήξης». Σε μια εποχή ταχύτατης τεχνολογικής εξέλιξης, η νομοθεσία αυτή υπενθυμίζει ότι η καινοτομία δεν μπορεί να στηρίζεται στη σπατάλη.

Η μάχη κατά της προγραμματισμένης απαξίωσης δεν αφορά μόνο τα δικαιώματα των καταναλωτών· αφορά το μέλλον της παραγωγής, της κατανάλωσης και τελικά του ίδιου του πλανήτη.