Το 1920, ο Αμερικανός ψυχολόγος John B. Watson και η συνεργάτιδά του Rosalie Rayner πραγματοποίησαν ένα από τα πιο αμφιλεγόμενα πειράματα στην ιστορία της ψυχολογίας, γνωστό ως το πείραμα του «Μικρού Άλμπερτ». Στόχος τους ήταν να αποδείξουν ότι ο φόβος μπορεί να διαμορφωθεί μέσω της κλασικής εξαρτημένης μάθησης, επεκτείνοντας τις θεωρίες του Ivan Pavlov από τα ζώα στον άνθρωπο.

Στο πλαίσιο του πειράματος, ένα βρέφος εννέα μηνών εκτέθηκε αρχικά σε διάφορα ερεθίσματα — όπως έναν λευκό αρουραίο, έναν πίθηκο και ένα κουνέλι — χωρίς να δείχνει φόβο. Στη συνέχεια, κάθε φορά που το παιδί προσπαθούσε να αγγίξει τον αρουραίο, οι ερευνητές προκαλούσαν έναν δυνατό μεταλλικό θόρυβο πίσω από το κεφάλι του, τρομάζοντάς το. Μετά από επαναλαμβανόμενες δοκιμές, το βρέφος άρχισε να εκδηλώνει έντονο φόβο ακόμη και μόνο με την παρουσία του ζώου, χωρίς τον θόρυβο.

Το πιο ανησυχητικό εύρημα ήταν η γενίκευση του φόβου: το παιδί αντέδρασε με τρόμο όχι μόνο στον αρουραίο, αλλά και σε άλλα παρόμοια ερεθίσματα, όπως ένα κουνέλι, έναν σκύλο και ακόμη και σε μια μάσκα Άγιου Βασίλη με λευκή γενειάδα. Παρά τις εμφανείς ενδείξεις έντονου άγχους, δεν έγινε καμία προσπάθεια απευαισθητοποίησης, καθώς η μητέρα του παιδιού το απομάκρυνε από το νοσοκομείο πριν ολοκληρωθεί οποιαδήποτε παρέμβαση.

Σήμερα, ένα τέτοιο πείραμα θα θεωρούνταν ηθικά απαράδεκτο. Η πρόκληση ψυχικού τραύματος σε βρέφος, η απουσία ουσιαστικής συναίνεσης και τα σοβαρά μεθοδολογικά κενά έχουν οδηγήσει σε έντονη αμφισβήτηση τόσο της ηθικής όσο και της επιστημονικής εγκυρότητας της μελέτης.

Η ταυτότητα του «Μικρού Άλμπερτ» παρέμεινε για δεκαετίες άγνωστη. Ο ερευνητής Hall P. Beck υποστήριξε ότι επρόκειτο για τον Douglas Merritte, παιδί που έπασχε από υδροκεφαλισμό και πέθανε σε ηλικία έξι ετών. Αντίθετα, ο Russ Powell πρότεινε ότι ο Άλμπερτ ήταν ο William Albert Barger, ο οποίος έζησε έως το 2007. Σύμφωνα με συγγενικό του πρόσωπο, διατηρούσε σε όλη του τη ζωή μια έντονη αποστροφή προς τα ζώα — στοιχείο που ορισμένοι συνδέουν με το διαβόητο πείραμα.

YouTube video player