Στο σκίτσο, ένας άνδρας στέκεται μπροστά σε αναμμένη ψησταριά, με τα κρέατα να «καπνίζουν» και την ατμόσφαιρα να είναι ήδη βαριά από τσίκνα. «ΛΑΔΙ ΚΑΙ ΡΙΓΑΝΗ ΕΙΠΑΜΕ!», φωνάζει με ενθουσιασμό, αποτυπώνοντας την ιεροτελεστία του σωστού ψησίματος. Απέναντί του, μια γυναίκα με ποδιά που γράφει «ΠΕΜΠΤΗ» κρατά κανάτα και τρίφτη, απαντώντας με νόημα: «ΕΡΧΟΝΤΑΙ… ΔΥΟ ΧΕΡΙΑ ΕΧΩ!».

Η σκηνή είναι απλή, σχεδόν οικιακή, αλλά ο Αρκάς καταφέρνει να συμπυκνώσει σε δύο ατάκες όλη την ελληνική πραγματικότητα της Τσικνοπέμπτης: την υπερβολή, τον πανικό της προετοιμασίας, την οργάνωση της τελευταίας στιγμής και, φυσικά, την αίσθηση ότι «όλα πρέπει να γίνουν τώρα».

Χιούμορ με άρωμα… τσίκνας

Το σκίτσο δεν επιχειρεί πολιτικό σχόλιο ούτε κοινωνική αιχμή· αντίθετα, κινείται στο πεδίο της καθημερινής σάτιρας. Ο Αρκάς στρέφει το βλέμμα του σε μια από τις πιο λαοφιλείς ελληνικές παραδόσεις και αναδεικνύει τη μικρή, οικεία υπερβολή που τη συνοδεύει:

  • Την εμμονή με το «σωστό» ψήσιμο.

  • Την ένταση της στιγμής.

  • Την αίσθηση ότι η γιορτή είναι ταυτόχρονα χαρά και… αγγαρεία.