Για χρόνια, η απώλεια της όρασης λόγω βλάβης στο οπτικό νεύρο θεωρούνταν οριστική. Όταν το «καλώδιο» που μεταφέρει τις εικόνες από το μάτι στον εγκέφαλο καταστρέφεται, η επιστήμη σήκωνε τα χέρια ψηλά. Σήμερα, ένα ερευνητικό επίτευγμα από την Ισπανία έρχεται να αμφισβητήσει αυτή τη βεβαιότητα και να ανοίξει έναν εντελώς νέο δρόμο στην αποκατάσταση της όρασης.

Ο Μιγκέλ Τερόλ έχασε ξαφνικά την όρασή του το 2018, πρώτα από το ένα μάτι και λίγες εβδομάδες αργότερα και από το άλλο. Η διάγνωση ήταν σκληρή: ισχαιμική οπτική νευροπάθεια, ένα είδος «εγκεφαλικού» στο οπτικό νεύρο. Μέσα σε λίγες στιγμές, το φως έσβησε. Για χρόνια, η τύφλωση έμοιαζε αμετάκλητη.

Η ελπίδα ήρθε από ένα πειραματικό πρόγραμμα του Πανεπιστημίου Miguel Hernández στο Έλτσε. Το 2022, οι γιατροί εμφύτευσαν στον εγκέφαλό του ένα εξαιρετικά μικρό τσιπ, μόλις 4×4 χιλιοστά, με 100 μικροηλεκτρόδια, απευθείας στον πρωτογενή οπτικό φλοιό, στο πίσω μέρος του κεφαλιού. Ο στόχος δεν ήταν να «θεραπευτεί» ο ασθενής, αλλά να διαπιστωθεί αν η άμεση ηλεκτρική διέγερση του εγκεφάλου μπορεί να προκαλέσει οπτικές αντιλήψεις.

Το αποτέλεσμα ξεπέρασε κάθε προσδοκία. Λίγες μόλις ημέρες μετά την επέμβαση, ο Τερόλ άρχισε να αντιλαμβάνεται κάτι που έμοιαζε με πραγματική όραση. Δεν έβλεπε απλώς λάμψεις ή σκιές, αλλά φως, κίνηση και αντικείμενα στον χώρο. Με την εκπαίδευση, κατάφερε να διακρίνει σχήματα, να ξεχωρίζει αντικείμενα, ακόμη και να διαβάζει μεγάλα γράμματα σε οθόνη.

Το σύστημα λειτουργεί σαν ένα τεχνητό μάτι. Ειδικά γυαλιά καταγράφουν το περιβάλλον, μετατρέπουν τις εικόνες σε ηλεκτρικά σήματα και τα στέλνουν στο εμφύτευμα, το οποίο διεγείρει απευθείας την περιοχή του εγκεφάλου που επεξεργάζεται την όραση. Με άλλα λόγια, η κατεστραμμένη διαδρομή του οπτικού νεύρου παρακάμπτεται.

Για έξι μήνες, ο Τερόλ εκπαιδεύτηκε καθημερινά, περνώντας ώρες μπροστά σε οθόνες και αντικείμενα, «μαθαίνοντας» ξανά να βλέπει. Παρότι η όρασή του δεν επέστρεψε ποτέ στα φυσιολογικά επίπεδα, απέκτησε λειτουργική οπτική αντίληψη, ικανή να βελτιώσει ουσιαστικά την αυτονομία του.

Το πιο εντυπωσιακό στοιχείο ήρθε αργότερα. Όταν, σύμφωνα με το πρωτόκολλο του πειράματος, το εμφύτευμα αφαιρέθηκε, οι επιστήμονες περίμεναν ότι τα οπτικά οφέλη θα χαθούν. Αυτό δεν συνέβη πλήρως. Τρία χρόνια μετά, ο Τερόλ εξακολουθεί να διατηρεί μέρος της οπτικής του ικανότητας. Το γεγονός αυτό οδηγεί τους ερευνητές στο συμπέρασμα ότι η ηλεκτρική διέγερση ίσως ενεργοποίησε μηχανισμούς νευροπλαστικότητας, επιτρέποντας στον εγκέφαλο να «επανεκπαιδεύσει» τον εαυτό του.

Οι ίδιοι οι επιστήμονες παραμένουν προσεκτικοί. Πρόκειται για μία μόνο περίπτωση και όχι για γενικευμένη θεραπεία. Όμως τα ευρήματα, που δημοσιεύθηκαν σε έγκριτο επιστημονικό περιοδικό, θεωρούνται εξαιρετικά σημαντικά. Δείχνουν ότι ακόμη και χρόνια μετά την απώλεια της όρασης, ο εγκέφαλος ενδέχεται να διατηρεί απρόσμενη ικανότητα προσαρμογής και ανάκαμψης.

Το πείραμα εντάσσεται σε μια ευρύτερη επανάσταση της νευροτεχνολογίας. Παρόμοιες προσεγγίσεις έχουν ήδη επιτρέψει σε παράλυτους ασθενείς να επικοινωνούν, σε ανθρώπους με νευρολογικές παθήσεις να ελέγχουν συσκευές με τη σκέψη και σε ασθενείς με Πάρκινσον να βελτιώνουν την κινητικότητά τους. Η βασική ιδέα είναι κοινή: όταν η φυσική σύνδεση σώματος και εγκεφάλου διακόπτεται, η τεχνολογία μπορεί να δημιουργήσει μια νέα γέφυρα.

Οι ερευνητές της ισπανικής ομάδας ετοιμάζονται ήδη για την επόμενη φάση των δοκιμών με περισσότερους ασθενείς. Στόχος τους δεν είναι μόνο η όραση, αλλά και άλλες αισθητηριακές ή νευρολογικές βλάβες, όπως τα εγκεφαλικά επεισόδια.

Η ιστορία του Μιγκέλ Τερόλ δεν είναι απλώς ένα επιστημονικό επίτευγμα. Είναι ένα μήνυμα ότι ακόμη και εκεί όπου η ιατρική πίστευε πως «δεν γίνεται τίποτα», ίσως υπάρχει χώρος για μια δεύτερη ευκαιρία. Και ότι το μέλλον της ιατρικής δεν περνά μόνο από φάρμακα και χειρουργεία, αλλά από την άμεση συνομιλία ανθρώπινου εγκεφάλου και τεχνολογίας.