Όπως εξίσου κρίσιμη είναι η αντοχή στις δύσκολες περιόδους, άλλο τόσο σημαντική αποδεικνύεται η ικανότητα αξιοποίησης των ευνοϊκών συγκυριών. Ο ευρωπαϊκός τραπεζικός κλάδος δείχνει τα τελευταία χρόνια ότι διαθέτει και τα δύο αυτά χαρακτηριστικά. Μετά την περίοδο έντονης μεταβλητότητας που ακολούθησε την πανδημία, οι τράπεζες ωφελήθηκαν σημαντικά από την απόφαση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας να αυξήσει απότομα τα επιτόκια από το 2022, προκειμένου να τιθασεύσει τον πληθωρισμό.

Η άνοδος των επιτοκίων από το μηδέν έως το 4,5% μέσα σε λίγο περισσότερο από έναν χρόνο οδήγησε σε θεαματική διεύρυνση των περιθωρίων κέρδους. Τα καθαρά έσοδα από τόκους εκτοξεύθηκαν, σε πολλές περιπτώσεις σε ιστορικά υψηλά επίπεδα, προσφέροντας στον κλάδο μια σπάνια περίοδο ευημερίας. Σε αυτό το διάστημα, οι τράπεζες δεν περιορίστηκαν μόνο στην εκμετάλλευση του ευνοϊκού περιβάλλοντος, αλλά ενίσχυσαν και εναλλακτικές πηγές εσόδων, προετοιμαζόμενες για την επόμενη φάση του κύκλου.

Από τα μέσα του 2024, καθώς ο πληθωρισμός υποχώρησε προς τον στόχο του 2%, η ΕΚΤ άρχισε να μειώνει σταδιακά τα επιτόκια, τα οποία σταθεροποιήθηκαν στο 2%. Αυτή η εξέλιξη ανέκοψε τη δυναμική της κερδοφορίας που βασιζόταν αποκλειστικά στα επιτόκια, χωρίς όμως να εκτροχιάσει τα αποτελέσματα. Οι τράπεζες αντιστάθμισαν την πίεση με αυξημένες προμήθειες, ενίσχυση της επενδυτικής τραπεζικής και, κυρίως, με μεγαλύτερους όγκους χορηγήσεων.

Οι εκτιμήσεις των αναλυτών δείχνουν ότι το 2024 αποτέλεσε το υψηλότερο σημείο για τα έσοδα από τόκους, ωστόσο το 2025 επιφύλαξε θετικές εκπλήξεις. Οι ισχυρότερες των αναμενόμενων επιδόσεις οδήγησαν σε αναθεωρήσεις προβλέψεων, με τα συνολικά καθαρά έσοδα από τόκους των μεγάλων τραπεζών να κινούνται μόλις οριακά χαμηλότερα από τα επίπεδα-ρεκόρ της προηγούμενης χρονιάς, παρά το χαμηλότερο μέσο κόστος χρήματος.

Το σκηνικό για τα επόμενα χρόνια εμφανίζεται ακόμη πιο υποστηρικτικό. Με τον πληθωρισμό υπό έλεγχο και την οικονομία της ευρωζώνης να διατηρεί ρυθμούς ανάπτυξης, ούτε η αγορά ούτε η ΕΚΤ προεξοφλούν νέες μειώσεις επιτοκίων στο άμεσο μέλλον. Αντίθετα, για το 2027 θεωρείται πιο πιθανό ένα σενάριο ήπιας ανόδου. Ήδη, το euribor έχει δείξει ανθεκτικότητα, ανακάμπτοντας από τα χαμηλά του και λειτουργώντας ως θετικός καταλύτης για το στεγαστικό και επιχειρηματικό δανεισμό.

Η καμπύλη αποδόσεων έχει αρχίσει να αποκτά μεγαλύτερη κλίση, εξέλιξη που παραδοσιακά ευνοεί την τραπεζική κερδοφορία. Σε αυτό το περιβάλλον, οι αναλυτές προβλέπουν ότι το 2027 ο κλάδος θα επιστρέψει σε αύξηση των καθαρών εσόδων από τόκους της τάξης του 4%, σηματοδοτώντας ένα νέο κύκλο βελτίωσης των αποτελεσμάτων.

Καθοριστικό ρόλο διαδραματίζουν οι όγκοι πιστώσεων, οι οποίοι αυξάνονται με ρυθμούς που δεν έχουν παρατηρηθεί εδώ και περισσότερο από μία δεκαετία. Η δυναμική της εγχώριας οικονομίας στηρίζει τη ζήτηση για δάνεια, ενισχύοντας περαιτέρω τα έσοδα των τραπεζών.

Παρά τη σαφή βελτίωση των θεμελιωδών μεγεθών, η ευρωπαϊκή τραπεζική αγορά εξακολουθεί να αποτιμάται περίπου 30% χαμηλότερα από τα ιστορικά υψηλά της. Αυτό το χάσμα μεταξύ κερδοφορίας και αποτίμησης αφήνει περιθώρια για περαιτέρω άνοδο, εφόσον επιβεβαιωθούν οι προβλέψεις για σταθερότητα επιτοκίων, συνεχιζόμενη πιστωτική επέκταση και διατηρήσιμη οικονομική ανάπτυξη.