Υψηλές αποδόσεις που ξεπέρασαν το μέσο όρο των αγορών κατέγραψαν την περασμένη χρονιά οι μεγάλες φαρμακευτικές.

Ο δείκτης των φαρμακευτικών εταιρειών του Χρηματιστηρίου της Νέας Υόρκης – NYSE Arca Pharmaceutical Index- ενισχύθηκε το διάστημα αυτό κατά 21%. Ο βασικός χρηματιστηριακός δείκτης της Wall Street, ο S&P 500 πέρσι κατέγραψε απόδοση της τάξης του 16%.

Η περασμένη χρονιά σηματοδότησε την πρώτη φορά μετά από καιρό που ούτε η Eli Lilly ούτε η Novo Nordisk, εταιρείες που αναπτύσσουν φάρμακα με μεγάλη ζήτηση για την καταπολέμηση της παχυσαρκίας, παρουσίασαν αποδόσεις υψηλότερες από τον υπόλοιπο φαρμακευτικό κλάδο, δείχνουν στοιχεία που συγκέντρωσε η Wall Street Journal (WSJ).

Η Johnson & Johnson ήταν η κορυφαία εταιρεία φαρμακευτικών προϊόντων μεγάλης κεφαλαιοποίησης με βάση τις αποδόσεις για το 2025, αφού η άνοδος στην τιμή της μετοχής της έφτασε το 43%, δείχνουν τα ίδια στοιχεία. Η Novartis και η AstraZeneca ακολούθησαν από κοντά στην άνοδο, με κέρδη της τάξης του 40% η κάθε μία. Η εταιρεία η Gilead Sciences παρουσίασε αποδόσεις 33%. Οι μετοχές της Eli Lilly κατέγραψαν κέρδη 39%, αλλά αυτή η απόδοση ήρθε εν μέρει εις βάρος της Novo Nordisk λόγω του έντονου ανταγωνισμού σχολίαζε η αμερικανική εφημερίδα. Οι μετοχές της δανικής φαρμακοβιομηχανίας υποχώρησαν κατά σχεδόν 50% πέρυσι. Όμως οι μετοχές της εταιρείας έχουν ξεκινήσει με έντονη ανοδική πορεία για το 2026 χάρη στην κυκλοφορία του χαπιού απώλειας βάρους που υπόσχεται να αντικαταστήσει σε μεγάλο βαθμό τις ενέσεις.

Για την Johnson & Johnson η δυναμική στις αγορές προέρχεται από την ανοσολογία και την ογκολογία, με επικεφαλής θεραπείες όπως το Tremfya για αυτοάνοσα νοσήματα και αναπτυσσόμενη δραστηριότητα σε φάρμακα αντιμετώπισης του καρκίνου. Για την Gilead Sciences οι αποδόσεις προήλθαν από την δραστηριοποίησή της κατά του HIV και στην ογκολογία, δείχνουν τα στοιχεία.

Η Novartis πρόσφατα προέβλεψε ετήσια αύξηση πωλήσεων 5% έως 6% τα επόμενα πέντε χρόνια, ωθούμενη από επιτυχημένα φάρμακα όπως το Kisqali για τον καρκίνο του μαστού και το Scemblix για τη λευχαιμία. Η εταιρεία έχει τώρα οκτώ εγκεκριμένα φάρμακα που προβλέπει ότι θα μπορούσαν να δημιουργήσουν μέγιστες πωλήσεις 3 έως 10 δισεκατομμυρίων δολαρίων ετησίως.

Οι ίδιες επενδυτικές δυνάμεις που ευνόησαν τις μεγάλες φαρμακευτικές εταιρείες στο χρηματιστήριο, βοήθησαν και τις εταιρείες βιοτεχνολογίας. Επιπλέον και οι μικρότεροι κατασκευαστές φαρμάκων επωφελήθηκαν από την άνθηση των συγχωνεύσεων και εξαγορών. Πέρυσι η δραστηριότητα συγχωνεύσεων και εξαγορών στον κλάδο ξεπέρασε τα 100 δισεκατομμύρια δολάρια, ποσό υπερδιπλάσιο από αυτό που καταγράφηκε το 2024, σύμφωνα με στοιχεία από την RBC Capital Markets που επικαλείται η WSJ.

Οι πατέντες

Οι μεγαλύτεροι νικητές των αποδόσεων μοιράζονται επίσης ένα άλλο κοινό, το ότι οι δραστηριότητές τους στις πωλήσεις φαρμάκων φαίνεται ότι θα συνεχίσουν να αναπτύσσονται χωρίς να επίκειται λήξη δικαιωμάτων ευρασιτεχνίας. Στο παρελθόν πολλές φαρμακευτικές είδαν να χάσουν αποκλειστικά δικαιώματα παραγωγής σε ένα ή περισσότερα πετυχημένα φάρμακά τους, μειώνοντας τα έσοδά τους.

Στο μικροσκόπιο των αγορών

Οι επενδυτές δείχνουν να προεξοφλούν με τις κινήσεις τους στον κλάδο ότι πολλές μεγάλες φαρμακευτικές εταιρείες τελικά υλοποιούν υποσχέσεις ανάπτυξης που αρχικά είχαν περάσει κάτω από τα «ραντάρ» των αγορών. Τουλάχιστον για το 2025, μετά από χρόνια υποσχέσεων για τα φάρμακα αντιμετώπισης της παχυσαρκίας, τα επενδυτικά κεφάλαια στράφηκαν σε πιο παραδοσιακά ονόματα εταιρειών που είχαν μείνει πίσω σε αυτή την κούρσα, εκτιμάται. Επίσης οι συζητήσεις για δασμούς και επιθετική εποπτεία της τιμολόγησης των φαρμάκων στις ΗΠΑ εξασθένησαν, δίνοντας τη θέση τους σε συμφωνίες τιμών.