«Είμαι η Τζόρτζια, είμαι γυναίκα, είμαι μητέρα, είμαι χριστιανή, είμαι Ιταλίδα». Το δημοφιλές μότο της Τζόρτζια Μελόνι έχει γίνει εδώ και καιρό viral στα μέσα κοινωνικής δικτύπωσης, μέχρι και ραπ τραγούδι.​​

Το μείζον τώρα ερώτημα είναι σε τι… ρυθμούς θα «χορέψει» την Ιταλία και ολόκληρη την Ευρώπη, μετά την καθαρή πρωτιά του ακροδεξιού -επί της ουσίας μεταφασιστικού- κόμματός της Αδέλφια της Ιταλίας και την εξασφάλιση άνετης πλειοψηφίας σε Βουλή και Γερουσία από τη συμμαχία της με την (εκλογικά καταρρέουσα) ακροδεξιά Λέγκα του Ματέο Σαλβίνι και την (συρρικνούμενη σε ποσοστά) δεξιά της Φόρτσα Ιτάλια του… αειθαλούς Σίβλιο Μπερλουσκόνι.

Εν αναμονή της κρίσης του Ιταλού προέδρου Ματαρέλα για την ανάθεση εντολής σχηματισμού κυβέρνησης συνασπισμού στη Ρώμη, καθώς και της σύνθεσης του νέου υπουργικού συμβουλίου, όλοι -εντός κι εκτός των ιταλικών συνόρων- προσπαθούν να λύσουν τον πολιτικό «γρίφο» της 45χρονης Μελόνι.

Μιας επικοινωνιακής μεταφασίστιριας πολιτικού, που άρχισε την πορεία της ως νοσταλγός του Μουσολίνι, έγινε το 2008 η νεότερη υπουργός της χώρας στην κυβέρνηση του Σίλβιο Μπερλουσκόνι και κατάφερε να «απογειώσει» τα υπερεθνικστικά Αδέλφια της Ιταλίας στη θέση της πρώτης πολιτικής δύναμης της Ιταλίας, μόλις δέκα χρόνια από την ίδρυσή τους.

Ρητορική… διπλού ακροατηρίου

Πολλοί θεωρούν ότι η νίκη της οφείλεται σε ένα διογκούμενο κύμα αμφισβήτησης του κατεστημένου και σε ιταλικό και σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

Είναι η μοναδική αρχηγός κόμματος στη Ρώμη που μέχρι σήμερα δεν έχει φθαρεί από την εξουσία, μένοντας εκτός -έστω και εάν δεν ήταν καθαρά δική της επιλογή- από την απερχόμενη κυβέρνηση εθνικής ενότητας υπό τον τεχνοκράτη Μάριο Ντράγκι.

Κατάφερε να πλασαριστεί ταυτόχρονα ως κανονικοποιημένη αντισυστημική από τα άκρα Δεξιά, αλλά και αξιόπιστη πολιτικός και σύμμαχος της Δύσης -κυρίως δε των ΗΠΑ.

Όχι τυχαία, κατά την προεκλογική εκστρατεία έδειχνε να απευθύνεται ταυτόχρονα σε δύο διαφορετικά ακροατήρια.

Προς το εσωτερικό, αυτοπροβλήθηκε ως η εθνική «προστάτιδα» του δόγματος «Πατρίς, θρησκεία, οικογένεια», χρησιμοποιώντας δηλητηριώδη μισαλόδοξη ρητορική σε μια ευρεία γκάμα θεμάτων: από το μεταναστευτικό, έως τις αμβλώσεις και τα δικαιώματα της κοινότητας ΛΟΑΤΚΙ+.

Προς το εξωτερικό, προσπάθησε να εμφανιστεί καθυσηχαστική, αυτή τη φορά χωρίς «κορώνες» για πλήρη ρήξη με την ΕΕ -της οποίας η Ιταλία είναι ιδρυτικό μέλος- και με διαβεβαιώσεις για αγαστή συνεργασία με τους συμμάχους στο ΝΑΤΟ.

Όμως «παραμένει αμφίβολο αν η Μελόνι θα τηρήσει τη συμβιβαστική γραμμή που ακολούθησε προσεκτικά κατά τη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας», παρατηρεί o Βολφάνγκο Πίκολι, αναλυτής πολιτικού ρίσκου και συμπρόεδρος της συμβουλευτικής εταιρείας Teneo, με έδρα το Λονδίνο.

Η αγωνία της Ευρώπης

Η εκτός απροόπτου ανάληψη της ιταλικής πρωθυπουργίας από την Τζόρτζια Μελόνι -ως η πρώτη γυναίκα και αρχηγός ακροδεξιού κόμματος στο πόστο στα μεταπολεμικά χρονικά της Ιταλίας- έρχεται σε μια κρίσιμη συγκυρία για τη χώρα της, την Ευρώπη και τις διεθνές ισορροπίες.

Τρίτη μεγαλύτερη οικονομία της ευρωζώνης, η Ιταλία αποτελεί αυτή τη στιγμή μια όχι και τόσο «βραδυφλεγή βόμβα» δημόσιου χρέους.  Στο μεσοδιάστημα, η ενεργειακή και οικονομική κρίση βαθαίνει στην ΕΕ, που… Ουγγαρίας επιτρεπούσης ετοιμάζει ένα νέο πακέτο κυρώσεων κατά της Ρωσίας, καθώς ο πόλεμος στην Ουκρανία έχει πια μπει στον όγδοο μήνα και σε μια νέα, δυνητικά εφιαλτική φάση.

Με όλα αυτά ως φόντο εν τω μεταξύ, η μια μετά την άλλη οι χώρες-μέλη των «27» βλέπουν τα ακροδεξιά κόμματα να ενισχύονται. Εξελίσσονται είτε σε ρυθμιστές σε εθνικό (Γαλλία, Σουηδία) ή τοπικό ακόμη επίπεδο (Ισπανία), είτε ξεκάθαρα σε πρωταγωνιστές, όπως συμβαίνει τώρα στην περίπτωση της Ιταλίας, την ώρα που υπερεθνικιστικά ευρωσκεπτικιστικά κόμματα κατέχουν ήδη την εξουσία στην Ουγγαρία και στην Πολωνία.

Όχι τυχαία, έσπευσαν όλα εν χορώ να πανηγυρίσουν τη νίκη της Μελόνι. Η αναμενόμενη πρωθυπουργοποίησή της θα σηματοδοτήσει άλλωστε μια τεράστια αλλαγή των πολιτικών ισορροπιών, αναλογικά του πληθυσμού, στους κόλπους του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου και στις συνόδους κορυφής των «27».

Διατάραξη των ευρωπαϊκών ισορροπιών

Σε περίπτωση που η Μελόνι γίνει πράγματι η επόμενη πρωθυπουργός της Ιταλίας, η ευρωσκεπτικιστική ευρωομάδα της, οι Ευρωπαίοι Συντηρητικοί και Μεταρρυθμιστές (ECR) -των οποίων η ίδια εξελέγη πρόεδρος το φθινόπωρο του 2020- θα μπει στην τριάδα των μεγαλύτερων, ως προς την αναλογία πληθυσμού, πολιτικών μπλοκ της ΕΕ στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, μαζί με τους Σοσιαλδημοκράτες (S&D) και τους κεντρώους φιλελεύθερους (Renew Europe), αφήνοντας πίσω το δεξιό Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα (EPP).

Σε μια σχετική ανάλυση μάλιστα ο Πέλε Γκέερτσεν, σύμβουλος τύπου του Δανού ευρωβουλευτή Νικολάι Βιλούμσεν της  Ομάδα της Αριστεράς στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο (GUE/NGL) τοποθετεί δυνητικά τους ECR στη δεύτερη θέση από πλευράς πληθυσμιακής εκπροσώπησης στην Ε.Ε.

Από λιγότερο από το 11% των πολιτών της ΕΕ που εκπροσωπεί σήμερα στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, επισημαίνει, θα ξεπεράσει το 24%. «Κάτι που σημαίνει ότι σχεδόν το ένα τέταρτο των πολιτών της ΕΕ θα έχει έναν αρχηγό κράτους ή κυβέρνησης ευθυγραμμισμένο με το ECR», εξηγεί.

Σε αυτή την περίπτωση «αν και το Eυρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα θα εξακολουθεί να εκπροσωπεί τις περισσότερες χώρες στο Συμβούλιο, καμία από αυτές δεν ανήκει στην κατηγορία των μεγάλων ή μεσαίου επιπέδου κρατών μελών της ΕΕ», παρατηρεί ο Πέλε Γκέερτσενσε μια σειρά αναρτήσεων στο Twitter.

Αυτό πρακτικά σημαίνει όχι απλά μεγαλύτερη προβολή, αλλά και πολιτική βαρύτητα, τονίζει. Και «σε ορισμένες ψηφοφορίες, ειδικά αυτές στις οποίες λαμβάνεται άμεσα υπόψη το μέγεθος του πληθυσμού» της κάθε χώρας. Και «στην προσέλκυση νέων μελών» από το ECR, «συμπεριλαμβανομένων σημερινών του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος». Πολλώ μάλλον εάν το ευρωσκεπτικιστικό μπλοκ διατηρήσει τη συνοχή και δυναμική του και στις επόμενες ευρωεκλογές το 2024.

Μια προαναγγελθείσα εκτροπή

«Το βασικό σημείο ως προς την Ακροδεξιά σε ευρωπαϊκό επίπεδο είναι ότι δεν πρόκειται για μια ιστορία αναζωπύρωσης», αλλά «σε μεγάλο βαθμό μια ιστορία συνέχειας», επισημαίνει στο Vox o Πιέτρο Καστέλι Γκατινάρα, αναπληρωτής καθηγητής στο Τμήμα Πολιτικών Επιστημών του Ελεύθερου Πανεπιστημίου των Βρυξελλών (Université Libre de Bruxelles) και ειδικός αναλυτής σε θέματα Ακροδεξιάς.

Για την ακρίβεια, κάνει λόγο για το τέταρτο κύμα της στην Ευρώπη, με αφετηρία την περίοδο του Μεσοπολέμου. Από περιθωριακά, τα ακροδεξιά κόμματα «έχουν γίνει στην πραγματικότητα εντελώς mainstream», παρατηρεί.

«Η αφήγηση της ακροδεξιάς για τη μετανάστευση έχει υιοθετηθεί από κεντρώα και κυρίαρχα κόμματα -και είναι σημαντικό να σημειωθεί, όχι απαραίτητα δεξιά», παρατηρεί, αναφέροντας ως παραδείγματα τον Γάλλο κεντρώο πρόεδρο Μακρόν και τη σοσιαλδημοκρατική κυβέρνηση της Δανίας. Σε κάθε περίπτωση όμως, τονίζει, «η διάκριση μεταξύ του τι είναι η κυρίαρχη Δεξιά και τι είναι η Ακροδεξιά είναι όλο και λιγότερο σαφής».

Η τάση αυτή, λέει ο Γκατινάρα, δεν καταγράφεται σήμερα μόνο στην Ευρώπη. Εντοπίζεται επίσης στην ριζοσπαστικοποίηση των Ρεπουμπλικανών στις ΗΠΑ υπό την τοξική επιρροή του Ντόναλντ Τραμπ. Καταγράφεται με σαφήνεια στην εθνικιστική ρητορική του Ινδού προέδρου Μόντι. Είναι παραπάνω από εμφανής στην προεκλογική εκστρατεία του Ζαϊχ Μπολσονάρο ενόψει των επικείμενων κρίσιμων προεδρικών εκλογών στη Βραζιλία.

Ως κοινό χαρακτηριστικό τους παρά τον νατιβισμό τους, αναφέρει, είναι οι θεωρία περί πολιτισμικών πολέμων. Δεν αφορά μόνο το θέμα της μετανάστευσης, αλλά οτιδήποτε ανάγουν σε κίνδυνο για το έθνος-κράτος. «Κι αυτό», τονίζει, «το βλέπουμε πολύ έντονα όταν πρόκειται για τα ατομικά δικαιώματα».

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από