«Κλειδωμένη» θεωρείται η χορήγηση αύξησης στις συντάξεων την 1η Ιανουαρίου 2023, ενώ σε εκκρεμότητα παραμένει το ύψος των αυξήσεων, κάτι που θα εξαρτηθεί από το ποσοστό της ανάπτυξης αλλά και του πληθωρισμού εντός του τρέχοντος έτους.

Τη χορήγηση αυξήσεων στις συντάξεις, μετά από 13 χρόνια συρρίκνωσης επιβεβαίωσε σήμερα ο υπουργός Εργασίας Κωστής Χατζηδάκης αποφεύγοντας να αναφερθεί σε ποσοστά, καθώς αυτά θα εξαρτηθούν από τους δείκτες της οικονομίας εντός του 2022.

Αντιστοίχως, ο υπουργός Εργασίας απέφυγε να αναφερθεί στα ποσοστά αύξησης του κατώτατου μισθού, καθώς αναμένει την εισήγηση των εμπειρογνωμόνων και του ΚΕΠΕ, προκείμενου στην συνεχεία να κάνει την εισήγησή του στο υπουργικό την τελευταία εβδομάδα του Απριλίου.

«Αντίδοτο» στην ακρίβεια

Η επιστροφή των συντάξεων σε τροχιά ανόδου το 2023, καθώς γενικότερα η βελτίωση των αμοιβών αναμένεται να αποτελέσει το βασικό «αντίδοτο» στην κλιμακούμενη έξαρση της ακρίβειας.

Η αύξηση των συντάξεων από την 1.1.2023 προβλέπεται στην ισχύουσα νομοθεσία, την οποία η κυβέρνηση φαίνεται αποφασισμένη να την εφαρμόσει.

Σύμφωνα με το νόμο 4670/2020 (νόμος Βρούτση) από 1η Ιανουαρίου 2023 θα δοθούν αυξήσεις στις συντάξεις ίσες με το 50% της μεταβολή του ΑΕΠ και επίσης 50% της μεταβολή του Δείκτη Τιμών Καταναλωτή (τιμάριθμος).

Αυτό σημαίνει ότι αν το ΑΕΠ αυξηθεί το 2022 κατά 4% και ο ΔΤΚ αυξηθεί κατά 5%, τότε η αύξηση στις συντάξεις θα είναι 4,5% (2% +2,5%). Με τη δέσμευση ότι η συνολική αύξηση που θα προκύψει δεν θα πρέπει να είναι υψηλότερη του πληθωρισμού.

Ο σχετικός νόμος προβλέπει τα εξής: «το συνολικό ποσό της σύνταξης αυξάνεται από την 1-1-2023 κατ’ έτος, με κοινή απόφαση των υπουργών Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων με βάση συντελεστή που προκύπτει από το άθροισμα του ετήσιου ποσοστού μεταβολής του ΑΕΠ συν το ποσοστό μεταβολής του μέσου ετήσιου γενικού Δείκτη Τιμών Καταναλωτή του προηγούμενου έτους, διαιρούμενου διά του δύο (2) και δεν υπερβαίνει το ποσοστό μεταβολής του μέσου ετήσιου γενικού Δείκτη Τιμών Καταναλωτή».

Ποιοι δεν θα δουν αυξήσεις

Ωστόσο κάποιοι συνταξιούχοι – όχι λίγοι – δεν θα δουν αύξηση αυτή στο τελικό ποσό της σύνταξής τους. Συγκεκριμένα, αύξηση δεν θα λάβουν οι συνταξιούχοι που μετά τον επανυπολογισμό της σύνταξής τους – σύμφωνα με τους νόμους Κατρούγκαλου και Βρούτση – είχαν τη λεγόμενη προσωπική διαφορά.

Δηλαδή ελάμβαναν υψηλότερο ποσό σύνταξης, από αυτή που προέκυψε μετά τον επανυπολογισμό της σύνταξής τους. Η σύνταξη συνέχισε – μετά τον επανυπολογισμό – να καταβάλλεται, ως είχε. Ωστόσο το επιπλέον ποσό – μελλοντικά – αναμένεται να συμψηφισθεί με ενδεχόμενες αυξήσεις των συντάξεων.

Ως εκ τούτου ένας σημαντικός αριθμός συνταξιούχων, θα λάβει αύξηση η οποία θα είναι καθαρά λογιστική. Δηλαδή θα μειώσει ή ακόμη και θα εξαφανίσει την προσωπική διαφορά, αλλά το τελικό καταβλητέο ποσό στο συνταξιούχο θα παραμείνει το ίδιο.

Πηγή ΟΤ