Είχαν ήδη πραγματοποιήσει ένα ταξίδι 2000 ετών σε αυτόν τον κόσμο, όταν είδαν για πρώτη φορά το αθηναϊκό φως: Μία ιέρεια, ένα παιδί και τρεις ενήλικοι άνδρες, συνολικά πέντε σπουδαίες μούμιες από την πλούσια Αιγυπτιακή Συλλογή του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου συστήνονται για πρώτη φορά στο κοινό. Τα μυστικά τους αποκαλύφθηκαν μετά το σκανάρισμά τους από αξονικό τομογράφο του Ιατρικού Κέντρου Αθηνών ενώ είχε προηγηθεί αναλυτική εξέτασή τους από αιγπτιολόγους.

Οι μούμιες φυλάσσονταν στις αποθήκες του Μουσείου μέχρι που μεταφέρθηκαν με ειδική αποστολή στον αξονικό τομογράφο από την εταιρία Βεϊνόγλου, μια διαδικασία πρωτοποριακή για τα ελληνικά δεδομένα. Όλες τους σχετίζονται με το ιερατείο της πόλης Αχμίμ, της περίφημης Πανοπόλεως της Μέσης Αιγύπτου, και είχαν συμβολή στην αιγυπτιακή κοινωνία από το 304 π.Χ. έως το 0. Προσφέρθηκαν στο ελληνικό κράτος το 1884 από τον εύπορο ομογενή της Αιγύπτου Ιωάννη Δημητρίου ο οποίος τις είχε αγοράσει μετά από ανασκαφές του Γάλλου αιγυπτιολόγου Γκαστόν Μασπερό. Πριν σταλούν στην Αθήνα, είχαν μελετηθεί υποτυπωδώς από τον ιατροφιλόσοφο Τάσο Νερούτσο, έναν αυτοδίδακτο αιγυπτιολόγο που ζούσε στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου. Από τότε ουδείς τις αναζήτησε. Μέχρι το 2003, οπότε η αιγυπτιολόγος και πρόεδρος του Ελληνικού Ινστιτούτου Αιγυπτιολογίας Δρ Δρ Αλίκη Μαραβέλια τις μελέτησε ενδελεχώς μαζί με την Δρ Ελένη Κλαδάκη και πρότεινε για πρώτη φορά την εξέτασή τους με αξονικό τομογράφο.

Το πρόγραμμα ξεκίνησε να υλοποιείται μετά το 2011 με συντελεστές την Δρ Αλίκη Μαραβέλια, την κα Ελένη Τουρνά, αρχαιολόγο και υπεύθυνη της αιγυπτιακής συλλογής του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου, τον Δρ Νικόλαο Μποντόζογλου και την ομάδα του, ακτινολόγο και διευθυντή του Τομογράφου του Ιατρικού Κέντρου- το οποίο ήταν ο κύριος χορηγός του έργου-, τον Στέφανο Γερουλάνο ομότιμο καθηγητή Καρδιοχειρουργικής του Πανεπιστημίου Ζυρίχης, τον Παναγιώτη Λάζαρη, συντηρητή της αιγυπτιακής συλλογής και τον Κώστα Κούβαρη, ιατροδικαστή και ανθρωπολόγο. Το 2016 οι μούμιες πέρασαν από τον τομογράφο. Σήμερα το πρωί οι επιστήμονες παρουσίασαν τα πρώτα συμπεράσματά τους ενώ ήδη δημοσίευσαν σχετικά άρθρα σε διεθνή επιστημονικά περιοδικά. Στόχος τους είναι να μελετηθούν απεικονιστικά άλλες τέσσερις μούμιες.

Ποιοι ήταν όμως αυτοί οι άνθρωποι που βρέθηκαν ταριχευμένοι σε ένα ελληνικό μουσείο χιλιάδες χρόνια μετά τον θάνατό τους;

«Μία από αυτές ήταν ιέρεια, η Ταχρούδη-Μιν, ορχούμενη ιέρεια που προπόμπευε στις ειδικές λιτανείες προς τιμή του θεού Μιν. Ήταν κόρη του Ιριτόχαρη, αρχιερέα του θεού Ρα-Ωράκχτυ και τέταρτου στην τάξη προφήτη του θεού Μιν. Ήταν ηλικίας λίγο μεγαλύτερης των 25 ετών, όμως υπολογίστε ότι το προσδόκιμο ζωής στην Αρχαία Αίγυπτο ήταν πολύ χαμηλότερο από το σημερινό, διαμορφωνόταν στο μέγιστο περίπου 40 έτη. Έχει ύψος 1.51μ και ενδεχομένως είχε αρχίσει η αποσύνθεση πριν την ταρίχευσή της», λέει η Δρ Μαραβέλια στα ΝΕΑ. «Η δεύτερη μούμια ανήκει στον Θάου και είναι «ψευδομούμια», η πρώτη που έχει δημοσιευτεί μέχρι σήμερα σε επιστημονικά περιοδικά. Αυτό σημαίνει ότι «περιλαμβάνει οστά που προέρχονται από τουλάχιστον δύο

διαφορετικούς ενήλικες ατάκτως τοποθετημένα», εξηγεί. Στην σαρκοφάγο του είναι γραμμένο στα ιερογλυφικά: «Μία επικήδεια προσφορά από τον φαραώ στον Οσιρι ώστε να προσφέρει άρτο, βόδια, πουλερικά και ζύθο». Η τρίτη μούμια ανήκει σε παιδί, «είναι ο Τέκχα, ένα αγόρι ηλικίας οκτώ ετών με ύψος 1.10 μ. στο οποίο έχει εφαρμοστεί η κλασική διαρινική απεγκεφάλωση, δηλαδή η αφαίρεση του εγκεφάλου μέσω του διαφράγματος, καθώς για τους αρχαίους Αιγυπτίους το κέντρο βάρους του ανθρώπου βρισκόταν στην καρδιά», σημειώνει η Δρ Μαραβέλια. Η ίδια εξηγεί ότι η τέταρτη μούμια που εξετάστηκε ήταν ο Τα-ντι-Θεντ-Αμούν, το όνομα του οποίου σχετίζεται με τον θεό Άμμωνα. Στην περίπτωσή του εντοπίστηκαν φθορές στην πύελο ενώ ο εγκέφαλός του δεν αφαιρέθηκε αλλά συρρικνώθηκε. Τέλος, έχουμε τον Σέκχεμ, την πιο καλά διατηρημένη από όλες. Ήταν ένας δυνατός άνδρας ηλικίας 20-30 ετών, ο οποίος είχε ωστόσο διάφορα προβλήματα υγείας, μεταξύ των οποίων στα δόντια του...

Η Αιγυπτιολογία έχει ακόμη να μας προσφέρει σημαντικές συγκινήσεις, συνοψίζει η κα Μαραβέλια. «Για το συγκεκριμένο έργο οφείλουμε ιδιαίτερες ευχαριστίες στην διευθύντρια του Μουσείου Δρ Μαρία Λαγογιάννη και στον Όμιλο του Ιατρικού Κέντρου Αθηνών”, λέει. “Γενικότερα απαιτούνται οικονομικοί πόροι. Σκεφτείτε ότι στο Ελληνικό Ινστιτούτο Αιγυπτιολογίας έχει γίνει μια ενδιαφέρουσα πρόταση για ανασκαφή κοντά στο Δέλτα του Νείλου, σε μια περιοχή που είχε σχέσεις με την Ελλάδα, όμως δεν έχει προχωρήσει λόγω οικονομικής αδυναμίας. Γι’ αυτό θα ήμασταν ευγνώμονες στην ελληνική κυβέρνηση και σε όσους ευκατάστατους φίλους της αρχαιολογίας και της αρχαίας Αιγύπτου μπορούν να συνδράμουν οικονομικά το έργο μας».