Το 2012 ήταν ξεκάθαρος στο ιντερνετικό περιοδικό Jazzwax: «Κάποιοι νομίζουν ότι είμαι παραγωγός, αλλά είμαι μόνο μηχανικός ήχου. Δεν φέρνω τους μουσικούς στο στούντιο, ούτε καταθέτω προτάσεις για το τι θα παίξουν ή τι είδους concept θα έχει ο δίσκος. Εγώ είμαι εκεί για να ηχογραφήσω τη μουσική όταν παίζεται». Κι όμως, πίσω από αυτή την ανεπιτήδευτη μετριοφροσύνη κρυβόταν ο άνθρωπος που προσδιόρισε όσο λίγοι τον ήχο της τζαζ μουσικής: ο Ρούντι Βαν Γκέλντερ που έφυγε από τη ζωή στις 25 Αυγούστου, στα 92 του, στη γενέθλια πόλη του Νιου Τζέρσεϊ.
Για τους μυημένους της τζαζ, ο άνθρωπος αυτός είχε συνδεθεί με ορισμένους από τους σημαντικότερους καλλιτέχνες του είδους και με τους καλύτερους δίσκους της εμβληματικής Blue Note: τους Τζον Κολτρέιν, Μάιλς Ντέιβις, Σόνι Ρόλινς, Θελόνιους Μονκ και Χέρμπι Χάνκοκ. Σαν ανέκδοτο μάλιστα κυκλοφορούσε στα στούντιο ότι η αμερικανική εταιρεία ήταν πολλοί άνθρωποι, οι εξής τρεις: ο ιδρυτής της Αλφρεντ Λάιον, ο συνιδρυτής και φωτογράφος Φράνσις Γουλφ και ο Ρούντι Βαν Γκέλντερ. Κανείς δεν αμφισβητεί ότι η τελειομανία του, οι καινοτομίες, αλλά κυρίως η αισθητική του διαμόρφωσαν τον ήχο της Blue Note. Ενδεικτικά μόνο μπορεί κανείς να αναφέρει άλμπουμ, όπως το «Midnight blue» του Κένι Μπαρέλ, το «Go» του Ντέξτερ Γκόρντον, το «Somethin' else» του Κάνονμπολ Αντερλεϊ.  
Στη δεκαετία του 1990, πάλι, έδωσε δεύτερη καριέρα σε πολλά κομμάτια κάνοντας remastering σε κλασικούς δίσκους της εταιρείας. Η περίοδος αυτή είναι εύκολα αναγνωρίσιμη από την ετικέτα «Τhe Rudy Van Gelder edition» που φέρουν εκείνοι οι δίσκοι. Ξεχωριστή θέση εξάλλου έχουν τα βινύλια με χαραγμένα τα αρχικά του «RVG», τα οποία αποτελούν απόδειξη ότι έκανε το mastering ή ότι προέρχονται από τις πρωτότυπες μήτρες. Αυτές οι επανεκδόσεις που αφορούν σε ιστορικές ηχογραφήσεις σπουδαίων της τζαζ αποτελούν παρακαταθήκη όχι μόνο για τους ρέκτες του είδους αλλά και για την ιστορία της μουσικής.
ΠΡΩΤΟΠΟΡΙΑΚΗ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑ. Ο Βαν Γκέλντερ είχε δείξει από νωρίς την τάση του για το πεδίο όπου η μουσική χρειάζεται την τεχνολογία. Λάτρης της τζαζ μουσικής, αρχίζει να μαθαίνει τρομπέτα ενώ παράλληλα στο πατρικό του σπίτι διαμορφώνει έναν χώρο για πρόβες και ηχογραφήσεις και φυσικά το εξοπλίζει με τελευταίας - για εκείνη την εποχή - μικρόφωνα, μόνιτορ, ηχεία. Ποτέ δεν σταμάτησε να επενδύει διαρκώς σε ό,τι καλύτερο και τεχνολογικά προηγμένο ενώ έψαχνε συνεχώς νέους τρόπους για την τοποθέτηση των μικροφώνων ώστε να  βγάλει τον πιο «φυσικό» ήχο.  
Η συνεργασία του με την Blue Note άρχισε το 1952 και έκτοτε ελάχιστες φορές έλειψε από τις μεγάλες στιγμές της. Παράλληλα όμως εργάστηκε και για παραγωγές των δισκογραφικών εταιρειών Vox Records, Prestige Records, Savoy Records.