Αν σκεφτούμε ότι από το 2058 μας χωρίζουν 42 χρόνια, ενώ από το 1958 eώς σήμερα έχουν μεσολαβήσει 58 χρόνια, γιατί μια φωτογραφία που θα έχει τραβηχτεί πριν από 100 χρόνια να μη θεωρείται σχεδόν σημερινή όπως η φωτογραφία που σχολιάζει συγκινημένα ο σπουδαίος ηθοποιός Γιάννης Βογιατζής; Καθώς με το κείμενό του μας βοηθάει να καταλάβουμε κάτι επίσης πολύτιμο: πως ό,τι διαρκεί μέσα στον χρόνο έχει πάντα αξία. Είτε έγινε πολύ γνωστό είτε παρέμεινε αφανές.
Είναι προτιμότερο να γράφουμε ότι μια φωτογραφία είναι του 1958, όπως η σημερινή, παρά να λέμε ότι έχουν περάσει από τότε 58 χρόνια, γιατί είναι σαν να προσμετρούμε μ’ έναν μάλλον αποθαρρυντικό τρόπο και τα δικά μας χρόνια. Βάζει λοιπόν η φωτογραφία του 1958 το μυαλό μου να λειτουργήσει και να θυμηθεί πράγματα υπέροχα, αλλά και πολύ σκληρές στιγμές που είχαμε περάσει τότε όλοι μαζί οι Ελληνες και βεβαίως και όλοι μαζί ως θίασος στο θέατρο του Κώστα Μουσούρη. Τα χρόνια εκείνα που δεν προσέξαμε και τόσο πολύ τη δημοκρατία μας και ήρθε, ύστερα από εννέα χρόνια, η δικτατορία για να μας βάλει σε «τάξη».
Τι βλέπω ή μάλλον τι «διαβάζω» σήμερα στη φωτογραφία αυτή; Να τα πάρουμε όμως τα πράγματα με τη σειρά, όπως συνηθίζεται στο θέατρο, που είναι μια πολύ δημοκρατική δουλειά, αν και διευθύνεται από έναν άνθρωπο –τον σκηνοθέτη –δικτατορικά. Το είχα πει στον αείμνηστο Κώστα Μουσούρη και μου είχε πει: «Αυτό είναι πάρα πολύ σωστό». Βλέπω λοιπόν έναν νεαρό, τον πρώτο από αριστερά, που κάτι μου θυμίζει κι είναι σαν να μιλώ στον καθρέφτη και να του λέω: «Βρε Γιάννη, εσύ είσαι;» «Ναι», μου απαντάει, «εσύ ο ίδιος είσαι. Με τη διαφορά ότι τώρα έχεις γεμίσει ρυτίδες. Πιθανόν οι ρυτίδες αυτές να σ’ έχουν κάνει να σκέφτεσαι πιο λογικά, πιο ενδοσκοπικά, ίσως όμως και πιο συντηρητικά. Χωρίς να ξέρω τελικά αν αυτό σου δημιουργεί και ένα αίσθημα ευτυχίας». Δίπλα, ο Στέφανος Ληναίος που ήταν τότε και γενικός γραμματέας του Σωματείου Ελλήνων Ηθοποιών. Μορφωμένο παιδί και με μεγάλη επιμονή για τη σταδιοδρομία του. Αναπτύχθηκε ανάμεσά μας πραγματική φιλία, πηγαίναμε μαζί για ψαροντούφεκο. Μετά τη δικτατορία έφυγε, πήγε στο Λονδίνο, του έγραφα, μου έγραφε. Τα έχω φυλάξει όλα αυτά τα γράμματα στα οποία γράφαμε περί δημοκρατίας και κάναμε όνειρα. Μετά τον Ληναίο, η Μαργαρίτα Λαμπρινού. Και μόνο όταν λέω ή γράφω το όνομά της συγκινούμαι βαθύτατα. Ενας από τους πιο ολοκληρωμένους ανθρώπους που θα μπορούσες να γνωρίσεις, απολύτως εξηγημένη, σπουδαία ηθοποιός και με μεγάλες, εκπληκτικές ερμηνείες. Υπήρξαν ζευγάρι με τον Σταύρο Ξενίδη (που είναι ακριβώς δίπλα της στη φωτογραφία), έναν πολύ πολύ φίλο μου, που μοιραστήκαμε μαζί το ίδιο καμαρίνι για επτά ολόκληρα χρόνια στο θέατρο Μουσούρη. Υπήρξαμε επίσης γείτονες στο Παλαιό Φάληρο, μέναμε ακριβώς απέναντι, το ανακαλύψαμε ότι θα συνυπάρχουμε στην ίδια γειτονιά τη μέρα που υπογράφανε το συμβόλαιο για το καινούργιο τους σπίτι.
Στη μέση της φωτογραφίας, η Αλίκη. Η Αλίκη Βουγιουκλάκη. Η αμφιλεγόμενη. Τι ήταν άραγε; Μια σπουδαία, μια λαμπρή ή μια μη καλή ηθοποιός που είχε τυποποιηθεί; Μια ηθοποιός που άξιζε το «λίαν καλώς» που της είχε βάλει ο δάσκαλός της και δάσκαλός μου Δημήτρης Χορν ή το «άριστα» που της είχαν βάλει όλα τα άλλα μέλη της επιτροπής στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου; Προσωπικά θα την κρίνω καταρχάς ως άνθρωπο. Ηταν ένα σπουδαίο κορίτσι, μια πιστή φίλη, έντιμη με όλους, λαμπρή. Μελετηρή, υποδειγματική, άκουγε με σεβασμό και αγάπη τον σκηνοθέτη της. Αν λέμε συχνά ότι είχε τυποποιηθεί είναι γιατί παίζοντας κάτι που άρεσε πολύ στον κόσμο τής ήταν πολύ δύσκολο, σχεδόν αδύνατον, ν’ απεγκλωβιστεί από ένα σχήμα, που το είχε επιβάλει ωστόσο με το ταλέντο της και την αξία της. Είχαμε παίξει μαζί και σε κάτι εντελώς διαφορετικό. Οταν έφυγε από τον Μουσούρη και έκανε δικό της θίασο, ανέβασε στο θέατρο Κοτοπούλη το έργο «Ο κόσμος της Σούζι Βογκ». Το έργο παίχτηκε για έναν μόνο μήνα, ο κόσμος που ερχόταν για να δει την Αλίκη ως Αλίκη έβλεπε μια λαμπρή ηθοποιό που έπαιζε έναν ρόλο που δεν είχε καμιά σχέση με τα «νιάου, βρε γατούλα». Στη «Σούζι Βογκ» συμμετείχε και ο Δημήτρης Παπαμιχαήλ, και είχανε κι εμένα, επί ίσοις όροις, μαζί τους. Την Αλίκη την τιμώ και την αγαπώ πάντα και όχι μόνο γιατί είχε εκφράσει την αγάπη της απέναντί μου με πράξεις και ποικιλοτρόπως. Αλλά αυτά «είναι μια άλλη ιστορία».
Στο μέσον ακριβώς όλων μας, ο μεγάλος δάσκαλος του θεάτρου, ο Κώστας Μουσούρης. Στην εποχή του τον ειρωνεύονταν ότι δεν έπαιζε, ότι απλώς μιλούσε. Σήμερα θεωρείται ότι θέατρο δεν είναι τίποτε άλλο παρά να ερμηνεύεις τους χαρακτήρες των ανθρώπων απλά μιλώντας. Για να είναι σωστός και αληθινός ένας ηθοποιός δεν χρειάζεται να έχει στόμφο ή να απαγγέλλει. Από τον Μουσούρη μάθαινες πάρα πολλά, κυρίως πώς να κινείσαι και πώς να σκέφτεσαι ώστε να πιάνεις τον ρόλο με έναν τρόπο που, ολοκληρώνοντάς τον, να έχει πάψει πια ο ρόλος να είναι ρόλος και να έχει γίνει ένας άνθρωπος. Οπως οι άνθρωποι που κινούνται δίπλα μας και που όταν φωνάζουν, κλαίνε ή επιτίθενται δεν κάνουν θέατρο, είναι αληθινοί. Ο Μουσούρης με είχε πάρει στο θέατρό του χάρη σε μια κριτική του Αλκη Θρύλου που είχε διαβάσει στη «Νέα Εστία». Πριν όμως από τον Αλκη Θρύλο, είχε γράψει έναν «αστερίσκο» για μένα στα «ΝΕΑ» ο Κώστας Νίτσος. Ηταν όταν έπαιζα στο «Τοπάζ» του Μαρσέλ Πανιόλ με τον θίασο του Μίμη Φωτόπουλου. Οταν διάβασα τον «αστερίσκο», πηγαίνοντας στο πατάρι του Λουμίδη που ήταν στη Σταδίου, κόντεψε να με πατήσει ένα αυτοκίνητο. Αντί για τον Λουμίδη, χώθηκα σε μια γωνιά κι έκλαιγα. Σήμερα οι νέοι δεν μπορούν να καταλάβουν τι σήμαινε τότε ένας «αστερίσκος» του Νίτσου. Ηταν μια τρομακτική ώθηση που έπρεπε να την τιμήσεις. Να σημειώσω παρενθετικά ότι είχα ξεκινήσει ως δημοσιογράφος από την εφημερίδα «Εμπρός» ως βοηθός του Σπύρου Μελά, που όταν με είδε στις εξετάσεις της Δραματικής Σχολής είχε ξετρελαθεί μαζί μου. Παρών στις εξετάσεις αυτές ήταν και ο Δημήτρης Ροντήρης, ο οποίος μου είπε: «Οταν τελειώσεις τα μαθήματα του πρώτου έτους, να έρθεις να παρακολουθήσεις τα μαθήματα του τρίτου».
Δίπλα στον Μουσούρη, ο Κλέαρχος Καραγιώργης, ένας πολύ καλός, «στρωμένος» ηθοποιός κι ένας ευγενέστατος άνθρωπος. Μπροστά του, η Βάσω Μεταξά. Για τους νεότερους που δεν έχουν ιδέα, η Μεταξά υπήρξε μια μεγάλη ηθοποιός, αριστούχος, αγαπημένη του ανεπανάληπτου δάσκαλου Κάρολου Κουν, που είχε αγαπήσει πολύ κι εμένα και είχε θελήσει να με έχει στον θίασό του. Δεν με ήθελε όμως κανείς άλλος εκτός από τον Γιώργο Λαζάνη. Το «γιατί» το κατάλαβα ύστερα από πολλά χρόνια. Πίσω από τη Βάσω Μεταξά, ο Γιώργος Λευτεριώτης. Ενα πολύ καλό κι ευγενικό παιδί από την Κέρκυρα, ένας πολύ χρήσιμος, μπορώ να πω, ζεν πρεμιέ. Δίπλα του, η Σούλα Αθανασιάδου. Η ευγενική, γεμάτη ταλέντο, υπομονή και απαράμιλλο ήθος Σούλα.
Μιλάμε για μια φωτογραφία που με το να υπάρχει μέσα της η Αλίκη, αυτομάτως όλα τα μάτια στρέφονται προς αυτήν. Ομως ένας σκεπτόμενος άνθρωπος του θεάτρου με κάποια παιδεία χρειάζεται να ρίξει μια ματιά και σε όλους τους άλλους. Κάτι θα έχει να θυμηθεί, πρωτίστως όμως θα αισθανθεί πως όλοι αυτοί οι άνθρωποι συνετέλεσαν, με τον τρόπο του ο καθένας, ώστε να προχωρήσει ένα βηματάκι –και όχι μόνο –καλλιτεχνικά η Ελλάδα.