πειδή διαπιστώνεται συχνά πλέον, δυστυχώς, ότι φιλόδοξα αλλά ιδιαιτέρως ματαιόδοξα άτομα καβαλάνε το καλάμι και χωρίς εφόδια, χωρίς γνώση βαθιά των τρομερών προβλημάτων που έχει και θέτει η σύγχρονη ερμηνεία και αναβίωση του αρχαίου δράματος και ως εκ τούτου ξαμολιούνται σε δημόσιους χώρους, γήπεδα, εργοστάσια, αλώνια και συχνά αρχαία αμφιθέατρα με μια αίσθηση ερασιτεχνικού μπουλουκιού εκμεταλλευόμενοι ένα απροσανατόλιστο κοινό, ανερμάτιστο εκπαιδευτικά αλλά μπολιασμένο επιπολαίως με το εθνικό μεγαλείο της αρχαίας Ελλάδας, καλό θα είναι να ενημερωθούν όλοι, δράστες – θύτες και θύματα μερικά απλά ιστορικά δεδομένα για να πάψουν να αυταπατώνται και να εξαπατούν. Ετσι λοιπόν το αρχαιότερο σωθέν τραγικό κείμενο είναι οι «Πέρσες» του Αισχύλου.
Παίχτηκαν στην Αθήνα το 473 π.Χ. Θέμα του, η Ναυμαχία της Σαλαμίνας (480 π.Χ.) όπου ο ποιητής ήταν ναυμάχος, όπως ήταν και οπλίτης στη Μάχη του Μαραθώνα (490 π.Χ.).
Δεν είναι ο πρώτος που άντλησε από το συγκεκριμένο ιστορικό γεγονός αφού είχε προηγηθεί ο Φρύνιχος με τις «Φοίνισσές» του (476 π.Χ.). Η μεταφράστρια των «Περσών» που θα με απασχολήσει σ’ ένα υφολογικά σχολικό προλογικό και συγκεχυμένο κείμενο αναφέροντας την ιστορική θεματογραφία των «Περσών» γράφει πως «οι “Πέρσες” είναι γραμμένοι σε μια εποχή που αποκήρυσσε την επικαιρότητα στην τραγωδία» όταν έχουν προηγηθεί «Οι Φοίνισσες» και η «Μιλήτου άλωσις» του Φρυνίχου που αναφερόταν στην άλωση της μεγάλης ελληνικής αποικίας από τους Πέρσες (499 π.Χ.). Η νεαρά φιλόλογος μάλλον μπερδεύει τα πράγματα επειδή απαγορεύτηκε (η πρώτη στην ιστορία Λογοκρισία) η τραγωδία του Φρυνίχου διότι θύμιζε στους Αθηναίους «οικεία κακά», είχαν αποσύρει τον στόλο τους από τη Μίλητο και οι Πέρσες άλωσαν την πόλη! Επί της ουσίας τώρα. Εν πρώτοις το εύρημα να μιλάει ένας αθηναίος ποιητής για τη νίκη στη Σαλαμίνα μέσα από τον θρήνο των ηττημένων είναι του Φρυνίχου στις «Φοίνισσες», δεν είναι πρωτοτυπία του Αισχύλου.
Και για τις δύο τραγωδίες όμως ισχύει άλλη προσέγγιση. Αφελής η ερώτηση: Ποιος Πέρσης το 476 και 473 π.Χ. είδε στην Αθήνα τις τραγωδίες «Φοίνισσες» και «Πέρσες»; Κανείς! Αμφιβάλλω αν μετά τα Περσικά αμέσως υπήρχε έστω και ένας πέρσης πρέσβης στην Αθήνα.
ΤΟ ΜΑΘΗΜΑ. Αρα, για ποιους έγραψαν οι τραγικοί αυτές τις τραγωδίες; Ποιον ήθελαν να προφυλάξουν, να νουθετήσουν, να διδάξουν; Και τι; Στο έργο του Αισχύλου δεν υπάρχει ούτε ένα ελληνικό όνομα στρατηγού, πολιτικού, απλού ναυμάχου. Στο κείμενο των «Περσών» ακούγονται περίπου 80 περσικά ονόματα επώνυμων ηγετικών στελεχών που έπεσαν στη ναυμαχία. Γιατί; Διότι ο δημοκράτης Αισχύλος αντιπαραθέτει πολιτικά συστήματα: τη δημοκρατία που βασίζεται στις αποφάσεις του Δήμου και που οι ηγέτες της εφαρμόζουν τη βούληση της πλειοψηφίας και την πολυεθνική ισοπεδωτική αυταρχική μοναρχία όπου η μόνη βούληση είναι του Ηγεμόνα και η μάζα, ανεξάρτητα εθνικής συνείδησης, γλώσσας, θρησκείας, παιδείας πειθαρχεί τυφλά. Γι’ αυτό ο Αισχύλος αναδύει από τη μαζικότητα των ηττημένων ονομαστικά τόσα ονόματα για να δώσει ένα μάθημα πως οι μάζες δεν είναι πολτός αλλά αποτελούνται από πρόσωπα, όχι αριθμούς, που έχουν προσωπική ιστορία, πάθη, επιθυμίες, προσδοκίες, οράματα ζωής.
Ο Αισχύλος αντιπαραθέτει την ελληνική αντίληψη στην ασιατική μαζοποίηση. Και απευθύνεται, όπως είπα, στους Αθηναίους. Για να τους προειδοποιήσει πως τίποτε δεν αποκλείεται, ένας λαός από Δήμος να γίνει Οχλος και από Οχλος Μάζα, αν πέσει θύμα στη γοητεία ενός τυράννου, ενός χαρισματικού ρήτορα και ενός φαμφαρόνου ιδεοληπτικού. Αυτόν τον παιδευτικό ρόλο έπαιξαν οι «Πέρσες» στην εποχή τους και αυτόν οφείλουν να παίξουν σε κάθε εποχή.
Το 1571 όταν η ισπανική αρμάδα νίκησε στη Ναύπακτο (Λεπάντε) τον τουρκικό στόλο και απέτρεψε τη διείσδυση των Οθωμανών στην Ευρώπη, έλληνες φοιτητές στην Κέρκυρα έπαιξαν Ιταλικά τους «Πέρσες». Γκέγκε;
Η ιδιοφυής παράσταση του Φώτου Πολίτη στο Εθνικό Θέατρο το 1932 παίχτηκε όταν ανέβηκε στην εξουσία ο Χίτλερ και κυριαρχούσε στην Ιταλία ο Ντούτσε. Το 1939 ο Ροντήρης ανεβάζει τη μυθική δική του παράσταση όταν άρχισε ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος. Επαναλήφθηκε το 1946 μετά τον πρώτο Εμφύλιο και γιόρτασε το 1947 την Ενωση της Δωδεκανήσου με παράσταση στη Ρόδο!
Ο Κουν ανέβασε τους αριστουργηματικούς του «Πέρσες» μέσα στο κλίμα της πολιτικής αστάθειας, της αποστασίας και της προετοιμασίας της χούντας.
Και ο Ευαγγελάτος με τους δικούς του τελετουργικούς «Πέρσες» με μουσική του Χάλαρη και Κατράκη, Βαλάκου, Καρέλλη, Φυσσούν πρωταγωνιστές έδωσε το δικό του στοχευμένο στίγμα στο μεγάλο κείμενο.
Ο Μινωτής επίσης με Χατζηαργύρη και ο ίδιος ως Δαρείος έκλεισε έναν μεγάλο κύκλο μαστόρων που σεβάστηκαν το κείμενο, το μήνυμά του, τη λιτά δυναμική φόρμα του και την έξοχη ισορροπία επικού και εξόχως λυρικού λόγου.
Δυστυχώς μεσολάβησαν στην Επίδαυρο οι βλακώδεις, ανόητοι, απαίδευτοι, «Πέρσες» του κ. Γκότσεφ και ξεκίνησε μαζί με άλλους της μεταμοντέρνας χλαπάτσας η αποδόμηση και ο ανασκολοπισμός των τραγικών.
Η ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ. Σ’ αυτό το ηλίθιο πνεύμα κολυμπάει και η παράσταση των «Περσών» της Μάρθας Φριντζήλα. Ενας απροσδιόνυσος αχταρμάς λαϊκισμού, ερασιτεχνισμού, μπουλουκιού, απροσδιόριστου αστόχευτου τελεστικού και μια καφενόβια αισθητική που παραπέμπει στο δραματικό ειδύλλιο τύπου Γκόλφως.
Ο Χορός των γερόντων αποτελούμενος από σεβαστούς συνταξιούχους υπερηλίκους, αν δεν ερχόταν από το ήθος του «Τζιώτικου ραβαϊσιού» θα μπορούσε με άλλον σκηνοθέτη να έδινε αποτέλεσμα.
Α! Υπήρχε και ένας Χορός βουβός από… νοσοκόμες. Αρα, ο Χορός παρέπεμπε σε ΚΑΠΗ. Ο χορός των Περσών τιτλούχων!!
Από τους ηθοποιούς ο αγγελιαφόρος του Κώστα Βασαρδάνη είχε επαγγελματικό κύρος και συνέπεια. Επαγγελματίας ο άνθρωπος.
Η Ατοσσα της Τάνιας Παπαδοπούλου παρέπεμπε στη Βεζυροπούλα του Καραγκιόζη και ο Ξέρξης του Γιώργου Βαρδαμή – Μαυρογένη σε σχολική παράσταση.
Οσο για τον Δαρείο του Αργύρη Μπακιρτζή δεν έχω παρά να θυμηθώ τον στίχο του Εγγονόπουλου: «Στρατηγέ τι γύρευες στη Λάρισα, εσύ ένας Υδραίος;».
Οσο για την κυρία Φριντζήλα θυμίζω: «Μάρθα, Μάρθα περί πολλά μεριμνάς και τυρβάζη, ενός δ’ έστι χρεία, του σιωπάν».

Μετάφραση:Νικολέττα Φριντζήλα

Σκηνοθεσία:Μάρθα Φριντζήλα

Παίζουν: Τάνια Παπαδοπούλου, Κώστας Βασαρδάνης, Αργύρης Μπακιρτζής, Γιώργος Βουρδαμής Μαυρογένης, Αγαπητός Μανδαλιός, Δημήτρης Μπικηρόπουλος, Αντώνης Βλησίδης κ.ά.

Πότε:17 Σεπτεμβρίου στο Δημοτικό Αμφιθέατρο Κορυδαλλού «Θανάσης Βέγγος»