Η σχέση του με τη Γερμανία έχει αποκτήσει γερά θεμέλια από καιρό. Δεν είναι μόνο το βιογραφικό του, στο οποίο περίοπτη θέση κατέχουν οι σπουδές δραματολογίας και σκηνοθεσίας στο Κρατικό Θέατρο της Βάδης - Βυρτεμβέργης.

Ούτε μόνο οι προηγούμενες παραστάσεις που ανέβασε στο ιστορικό θέατρο Thalia του Αμβούργου: οι «Αρουραίοι» του Χάουπτμαν στο Μόναχο και ο «Γλάρος» του Τσέχοφ. Είναι κυρίως ο διαρκής διάλογός του με τα ευρωπαϊκά ρεύματα του μοντερνισμού και του εξπρεσιονισμού, απ' όπου συχνά παίρνει τα καλύτερα δάνεια για να τα μετασχηματίσει στην ελληνική σκηνή (ακόμη και αν αυτό συνεπάγεται καταγγελίες εκ των έσω για έναν «μανιερισμό» που επανέρχεται στη σκηνοθεσία του).

Η τελευταία πάντως συνάντησή του με το γερμανικό θέατρο συμβαίνει εντός έδρας. Με ένα ανοιχτόμυαλο - όπως ο ίδιος χαρακτηρίζει - επιτελείο συνεργατών ανεβάζει στην Οπερα της Στουτγάρδης από τις 31 Μαΐου την όπερα σε δύο πράξεις «Ετσι κάνουν όλες ή Σχολείον εραστών» του Βόλφγκανγκ Αμαντέους Μότσαρτ, βασισμένη σε λιμπρέτο του Λορέντσο ντα Πόντε.

«Η συνεργασία μου με την Οπερα ήταν σε όλα τα επίπεδα εξαιρετική» λέει ο ίδιος στην επικοινωνία που είχαμε μαζί του μέσω e-mail. «Γνωρίζω καλά βέβαια τη γερμανική γλώσσα, αλλά αυτό δεν θα βοηθούσε αν δεν είχα στη διάθεσή μου ένα - πέρα από ταλαντούχο - ιδιαίτερα ανοιχτόμυαλο cast, με το οποίο μιλήσαμε πολύ γρήγορα την ίδια σκηνική γλώσσα. Επίσης συνεργάστηκα με σκηνογράφο και ενδυματολόγο με τους οποίους έχω επανειλημμένα συνυπάρξει στο παρελθόν, εντός και εκτός Ελλάδος.

Ακόμη, συνεργαζόμενος με έναν διεθνώς καταξιωμένο μαέστρο, τον Σιλβέν Κάμπρελινγκ, ο οποίος έχει διευθύνει το έργο σε άλλες τέσσερις παραστάσεις (η τελευταία των οποίων ήταν σε σκηνοθεσία Μίκαελ Χάνεκε), μπόρεσα να εμβαθύνω στη μουσική δραματουργία του Μότσαρτ που είναι ιδιαίτερα πολύπλοκη και αποφασιστικής σημασίας για πολλές επιλογές που ο σκηνοθέτης καλείται να κάνει στο συγκεκριμένο έργο.

Το πιο σημαντικό όμως απ' όλα είναι ότι επικεφαλής της Οπερας είναι ο Γιόσι Βίλερ, ένας σημαντικός καλλιτέχνης με βαθιά κουλτούρα και πολύ ανθρώπινη προσέγγιση στη δουλειά του».

Αν κρίνουμε από το σκηνικό και τα κοστούμια, πρόκειται για σύγχρονο ανέβασμα του έργου, όπως είχατε κάνει πέρυσι και στον «Ντον Τζοβάνι». Μπορείτε να μας αποκαλύψετε κάτι παραπάνω για το πώς προσεγγίσατε την εποχή στην οποία διαδραματίζεται το έργο;
Ο Διαφωτισμός ισχυριζόταν πως με τον ορθό λόγο, τη γνώση και την επιστημονική προσέγγιση μπορεί ο άνθρωπος να ελέγξει τον άναρχο συναισθηματικό του κόσμο και να απελευθερωθεί από τα σκοτεινά ένστικτά του. Εδώ λοιπόν, ο Μότσαρτ και ο Ντα Πόντε, γνήσια τέκνα της εποχής τους, ενώ μοιάζει να επιβεβαιώνουν αυτόν τον ισχυρισμό, κατά βάθος τον αμφισβητούν πλήρως.
Οι ήρωες του έργου, δύο νεαρά ερωτευμένα ζευγάρια, ανακαλύπτουν με την «πεφωτισμένη», κυνική καθοδήγηση ενός τρίτου, πιο «ώριμου» ζευγαριού, και με επώδυνο τρόπο πως τα συναισθήματα και τα ένστικτα δεν ελέγχονται αλλά ελέγχουν και πως όλοι, άνδρες και γυναίκες, είμαστε υποχείριά τους. 
Σήμερα που μοιάζει να περνάμε από έναν δεύτερο Διαφωτισμό, χωρίς όμως την πρωταρχική ορμή και την αθωότητα του πρώτου, το έργο γίνεται κατανοητό ακόμη πιο εύκολα, δυστυχώς όμως (παρότι είναι κωμωδία) και πιο οδυνηρά.
Απιστίες, ανταλλαγές ερωτικών συντρόφων, το ερώτημα της αιώνιας αγάπης. Μπορεί να ανακαλύψει ο θεατής κάτι σύγχρονο σε αυτά τα αιώνια μοτίβα; Πόσο καινούργιο Μότσαρτ θα δουν οι γερμανοί θεατές;
Προσωπικά, έχω από καιρό λύσει το ερώτημα πόσο επίκαιροι είναι οι κλασικοί. Οι κλασικοί είναι σύγχρονοί μας. Οσες δυσκολίες και να αντιμετωπίζω κάθε φορά στη μεταφορά των επιφανειακών στοιχείων ενός κλασικού έργου στο σήμερα, τίποτε δεν μπορεί να συγκριθεί με κάτι που έχει αντισταθεί στον χρόνο τόσο απόλυτα. Και δεν μιλάω για τον μύθο του έργου - αυτός είναι αυταπόδεικτα διαχρονικός.
Μιλάω για τη μουσική του Μότσαρτ, την αδιανόητα περίτεχνη δομή της, τη συναισθηματική της δύναμη, τη δεξιοτεχνία με την οποία παίζει με το μυαλό και την ευαισθησία του θεατή. Η μουσική του Μότσαρτ αγγίζει το μεταφυσικό στην τέχνη.
Αν ο θεατής κλείσει τα μάτια και αφεθεί μόνο να ακούσει (κάτι με το οποίο δεν έχω κανένα απολύτως πρόβλημα) τότε θα καταλάβει τα πάντα. Εγώ απλώς κατασκευάζω ένα θνησιγενές όχημα για να μεταφέρω με τον ατελή μου τρόπο τον αμύθητο πλούτο του έργου με ασφάλεια στον θεατή - ακροατή.

Εντοπίζετε ομοιότητες και διαφορές ανάμεσα στο ελληνικό και στο γερμανικό κοινό;

Παντού, όπου έχω δουλέψει το κοινό έχει πάνω κάτω τα ίδια χαρακτηριστικά. Γιατί; Γιατί απλούστατα το κοινό είμαστε εμείς. Τι διαφορές έχουν μεταξύ τους ένας Γερμανός, ένας Σκανδιναβός, ένας Νεοϋορκέζος, ένας Ελληνας σήμερα πια;
Στο ίδιο παγκοσμιοποιημένο χωριό ζουν, με τα ίδια πράγματα τρέφονται ή ντύνονται, τις ίδιες πολιτιστικές αναφορές έχουν.
Σύμφωνοι, εμείς λόγω κρίσης έχουμε και κάποιους παραπάνω λόγους να μαζευτούμε όλοι μαζί σε μια αίθουσα για να βιώσουμε μια συλλογική συναισθηματική ή πολιτιστική εμπειρία ή μπορεί να βάζουμε κάποιες άλλες προτεραιότητες στη θέση που έχει ο πολιτισμός στην καθημερινή μας ζωή, αλλά το DNA του κοινού παγκοσμίως είναι το ίδιο: θέλει να μυηθεί σε ένα μυστήριο, να ζήσει την καθημερινότητά του σε ένα άλλο, ποιητικό επίπεδο, να ψυχαγωγηθεί.

Το φθινόπωρο θα σκηνοθετήσετε στο Εθνικό Θέατρο τον «Ριχάρδο Γ'» με τον Δημήτρη Λιγνάδη και την Καρυοφυλλιά Καραμπέτη. Αν υπάρχει κάτι στο οποίο οφείλει να δώσει προτεραιότητα ο κ. Λιβαθινός, όσον αφορά τις δυσκολίες και τα προβλήματα που αντιμετωπίζει το Εθνικό, ποιο θα ήταν αυτό;
Ο Στάθης Λιβαθινός είναι ένας καλλιτέχνης τον οποίο σέβομαι και εκτιμώ βαθύτατα, είμαστε άλλωστε παλιοί συνεργάτες από την εποχή του Αμόρε
. Επομένως δεν χρειάζεται να κάνω εγώ καμία υπόδειξη, γνωρίζει ο ίδιος πολύ καλά πού βρίσκεται, τι δυνάμεις πρέπει να κινητοποιήσει και τι ισορροπίες πρέπει να κρατήσει, και πώς θα βάλει τη δική του σφραγίδα σ' έναν οργανισμό που υπό προϋποθέσεις έχει τεράστιες δυνατότητες.
Ελπίζω πως θα στηριχθεί από την Πολιτεία όπως πρέπει για να πραγματοποιήσει το όραμά του.

Οσο περνούν τα χρόνια νιώθετε μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση ή ανασφάλεια στη θεατρική σκηνοθεσία;
Πότε το ένα, πότε το άλλο, πότε πότε και τα δύο μαζί. Αλλά αυτή είναι η γοητεία του να ωριμάζεις χωρίς να σαπίζεις.

Πώς επιβιώνουν οι καλλιτεχνικοί διευθυντές κρατικών θεάτρων στο εξωτερικό;

Αν εννοείτε οικονομικά, φυσικά από τον μισθό τους, που συνήθως είναι από αξιοπρεπής έως υψηλός. Αν εννοείτε καλλιτεχνικά, με το έργο τους. Αν εννοείτε πολιτικά, όπως παντού, βαδίζοντας πάνω σε τεντωμένο σκοινί.

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από