Αργά το μεσημέρι ήταν, μια κανονική ημέρα. Ούτε βροχή ούτε συγκέντρωση στο Σύνταγμα ούτε πορεία. Η κίνηση στους δρόμους χαλαρή μέχρι που άρχισα να πλησιάζω την Πλατεία Κολωνακίου. Η ροή των αυτοκινήτων επιβραδύνθηκε και ύστερα από λίγο κόλλησε εντελώς. Κορναρίσματα, νεύρα, «γαλλικές» επικλήσεις στα θεία και η απορία με εσάνς βεβαιότητας ότι –δεν μπορεί! –κάτι θα συμβαίνει, ένα σοβαρό ατύχημα ίσως.
Σε λίγο διαπίστωσα ότι δεν είχε συμβεί απολύτως τίποτα. Απλώς, η περιοχή ήταν στα ντουζένια της. Με το που έσκασε η πρώτη λιακάδα του Μαρτίου, πύκνωσαν οι τάξεις της ελαφράς ταξιαρχίας και κατέλαβαν την πλατεία. Διπλοπαρκαρισμένα τζιπ σε μέγεθος ερπυστριοφόρου και τους ιδιοκτήτες τους να ακουμπάν νωχελικά στην πόρτα και να συζητούν καπνίζοντας το πούρο τους, αδιαφορώντας παντελώς για το κομφούζιο που είχαν προκαλέσει. Αλλα αυτοκίνητα που σταματούσαν στη μέση του δρόμου για να μιλήσουν οι οδηγοί τους με τις πωλήτριες που είχαν βγει στις πόρτες των απέναντι καταστημάτων. Περιπατητές της ασφάλτου και ένα φορτηγάκι που είχε σταματήσει ακριβώς πάνω στη στροφή και ξεφόρτωνε εμπόρευμα σε μαγαζί με είδη πολυτελείας.
Ετοιμη ήμουν να γλιστρήσω στον λαϊκισμό και να αναρωτηθώ πόσα χρήματα θα μαζεύονταν στα δημόσια ταμεία αν γράφονταν κλήσεις στα παρανόμως παρκαρισμένα αυτοκίνητα του Κολωνακίου. Αναρωτιέμαι όμως αν θα ήταν δικαιότερος ένας φόρος αμετροέπειας. Που θα επιβαλλόταν σε όλους αυτούς που πιστεύουν ότι επειδή έχουν αυτοκίνητο μεγάλου κυβισμού, ύφος και πούρο, τους ανήκει ο δρόμος, η πόλη ίσως και ο κόσμος ολόκληρος.
Σχόλια






