Ο,τι πολυτιμότερο έχει πάρει από τη δουλειά του στο θέατρο εμπεριέχεται μέσα στη φράση του αγαπημένου του συγγραφέα και στοχαστή Βάλτερ Μπένγιαμιν: «Αυτό που με κινεί είναι η ακατανόητη αγάπη για τα ανθρώπινα πλάσματα». Ο Βασίλης Παπαβασιλείου χαρακτηρίζει τους ηθοποιούς ως περίεργα όντα που «πρέπει σε κάθε τους δουλειά να συλλαβίζουν όλο το αλφάβητο της ύπαρξής τους από την αρχή. Είναι τόσο εύθραυστα πλάσματα οι ηθοποιοί! Και βλέπεις αυτή την ευθραυστότητά τους ακόμη και όταν προσπαθούν να οχυρωθούν πίσω από τεχνικές και από συμπεριφορές. Αν μπορώ να πω ότι έχω μια καλή σχέση μαζί τους, και γενικότερα με τους ανθρώπους της σκηνής, το οφείλω στο γεγονός ότι δεν τους φοβάμαι και τους το λέω. Γνωρίζω καλά τον φόβο του ηθοποιού».

Ο έμπειρος σκηνοθέτης ανανεώνει τώρα αυτή τη σχέση μέσα από το νέο του εγχείρημα, τη σκηνοθεσία της οπερέτας του Θεόφραστου Σακελλαρίδη «Θέλω να δω τον Πάπα» (του 1920) για λογαριασμό της Εθνικής Λυρικής Σκηνής. «Αυτό το είδος νομίζω ότι έχει γεννηθεί για μένα» λέει γελώντας. Και εξηγεί τη γοητεία που ασκεί πάνω του: «Η πρόκληση είναι η δημιουργία της αναγκαιότητας των στοιχείων. Αναρωτιόμαστε συχνά, για παράδειγμα, γιατί το αρχαίο δράμα είναι σημαντική υπόθεση. Διότι είναι ένα, αν μου επιτρέπετε, ραντεβού όλων των τρόπων οργανωμένης πρόσληψης του αισθητού κόσμου. Ενα παιχνίδι στο οποίο συμμετέχουν όλες οι αισθήσεις. Στο σημείο όπου ο λόγος εντείνεται, φθάνει στο όριό του και μεταπίπτει στο μέλος για να γίνει τραγούδι. Και αντίστοιχα, το μέλος όταν εξαντλείται φθάνει στην όρχηση και ούτω καθ’ εξής».

Η ταπεινή οπερέτα, όπως τη χαρακτηρίζει ο γνωστός σκηνοθέτης, διαθέτει όλα αυτά τα χαρακτηριστικά. Και μέσα από αυτή τη διαδικασία κατανοεί, όπως λέει, τους ανθρώπους, η λειτουργία των οποίων στηρίζεται πρωτογενώς στην άδουσα γλώσσα και όχι στην ομιλούσα. «Είναι μεγάλος ο πειρασμός για τους τραγουδιστές που θέλουν να «πετάξουν» πάνω από τα σημεία της πρόζας και να συναντηθούν με το επόμενο μουσικό μέρος».

Ομως στο αγαπημένο είδος και δη στο συγκεκριμένο έργο, ο Βασίλης Παπαβασιλείου περιγράφει και ένα ακόμη σημείο ακριβής συνύπαρξης: «Η οπερέτα έχει αυτόν τον θρίαμβο του μεικτού είδους που συνθέτει πρόζα και μουσική. Διαθέτει αυτό που λέμε ordinary thing (συνηθισμένο πράγμα). Εμένα δεν μου αρέσει να βλέπω στον «Αμλετ» ή στον «Μάκβεθ» τον μπακάλη, αλλά μέσα στον μπακάλη τη δύναμη του Μάκβεθ ή του Αμλετ. Και αυτό έχει να κάνει με τη ζωντανή παρουσία ή αλλιώς με αυτό που ονομάζουμε «το μέγεθος του ηθοποιού»».

ΑΝΟΙΧΤΟΙ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΙ. Σε αυτή τη συνθήκη της απλότητας και της καθημερινότητας ξεδιπλώνεται η παθογένεια του θεσμού του γάμου. Χωρίς να μακρηγορούμε (και χωρίς να αποκαλύψουμε το τέλος), κατά τη διάρκεια του γαμήλιου ταξιδιού της με τον Ανδριανό στην Ιταλία η Αννα θέλει να δει τον Πάπα. Ο σύζυγός της φέρνει αντιρρήσεις, διακόπτεται ο μήνας του μέλιτος και ο γάμος τους κλονίζεται! «Νομίζω ότι δεν έχουν αλλάξει και πολύ τα πράγματα από το 1920, όταν γράφτηκε το έργο. Ξέρετε η Ελλάδα έχει πολλούς ανοιχτούς λογαριασμούς με εκείνη την εποχή. Εκεί βρίσκεται και η ρίζα του τρόπου με τον οποίο αναπτύχθηκε το ελληνικό κράτος. Στην πρώτη σκηνή δοξολογείται ο γάμος και αμέσως μετά, αντιστικτικά, παρεμβάλλεται η αποδόμησή του».

Η προσέγγισή του και αυτή τη φορά στο έργο έχει το υπόγειο στοίχημα της ανάδειξης των στοιχείων που αποκόμισε όλα αυτά τα χρόνια από τη μελέτη και την αφοσίωσή στην τέχνη του. «Εχω τη νεότητα της ώριμης ηλικίας. Αυτής που έχει να κάνει με τη νεότητα ως κατάκτηση». Αυτό άραγε δεν προϋποθέτει καλή διαχείριση της φυσικής νεότητας; «Ρωτάω καμιά φορά: Πώς φαντάζεται αυτός ο τριαντάρης τον εαυτό του σε 50 χρόνια; Πολλοί μου απαντούν: «Μα τι ερώτηση είναι αυτή; Κανείς δεν σκέφτεται από τώρα τι θα γίνει σε 20 ή σε 30 χρόνια!». Νομίζω ότι είμαστε η τελευταία γενιά που όταν αποφασίζαμε να εργαστούμε στο θέατρο το στοίχημά μας ήταν ένας ορίζοντας διαρκείας. Τώρα οι άνθρωποι –και κυρίως οι καλλιτέχνες –δεν εργάζονται, εκφράζονται! Θυμάμαι τον Χατζημάρκου στο Θέατρο Τέχνης ο οποίος έκανε αυτή την ταξινόμηση λέγοντας: «Εσύ θα ζήσεις στο θέατρο, εσύ έτσι κι έτσι, εσύ ξέχνα το»».

Τι είχε πει σε εκείνον; «Εμένα μου είχε δώσει λευκή επιταγή!».

INFO

Θεόφραστος Σακελλαρίδης, «Θέλω να δω τον Πάπα!». Μουσική διεύθυνση: Ανδρέας Τσελίκας – Γιώργος Αραβίδης. Σκηνοθεσία: Βασίλης Παπαβασιλείου (φωτογραφία). Επιμέλεια μουσικού κειμένου: Γιάννης Μπελώνης, ποιητικού κειμένου: Αλέξανδρος Ευκλείδης. Παίζουν: Ε. Κελεσίδη, Δ. Πακσόγλου, Ν. Στεφάνου, Δ. Σκαρλάτου, Γ. Ηλιοπούλου,Μ. Κόκκα, Β. Χατζησίμος, Π. Μαρόπουλος, Κ. Ρασιδάκης,Σ. Μπερής, Α. Ματθαιουδάκη, Λ. Αγγελοπούλου, Θ. Δήμου, Κ. Ντότσικας,Κ. Μαυρογένης,Ν. Τσαούσης, Α. Στέλλας, Μ. Λορέντζος και Σ. Γιανέλλος. Συμμετέχουν η Ορχήστρα και η Χορωδία της ΕΛΣ. Θέατρο Ολύμπια (Ακαδημίας 59-61, τηλ. 210-3612.461), 14-22/2, στις 20.00. Εισιτήρια: 15-40 ευρώ.