Αισθάνεται κανείς, με τόσες πρωτοπορίες που δημιουργούνται και δοξάζονται, το παρελθόν να αποτελεί μια μεγάλη εγγύηση. Και για να υπάρξει συνέχεια αλλά και γιατί η ίδια η πρωτοπορία, αν γνωρίσει το παρελθόν, θα γίνει πιο πειστική και – το πολυτιμότερο – πιο βέβαιη για τον εαυτό της. Με λίγα λόγια, το παρελθόν, όλο το παρελθόν, έχει πολύ μέλλον μέσα του. Για τον απλούστατο λόγο ότι ακόμη και το πιο προωθημένο μέλλον θα γίνει κάποια στιγμή παρελθόν. Αλλά και γιατί δεν μπορεί να έγραψε στην τύχη τους στίχους του ο Τ. Σ. Ελιοτ: «Ο παρών χρόνος και ο παρελθών χρόνος / είναι ίσως και οι δύο παρόντες στον μέλλοντα χρόνο / και ο μέλλων χρόνος να περιέχεται στον παρελθόντα χρόνο».

Πόσο ωραίο αλήθεια ένα καντηλάκι που άναψε πριν από 50 χρόνια να παραμένει και σήμερα αναμμένο, για όσους βέβαια συμβεί να το θυμηθούν ή να πληροφορηθούν την ύπαρξή του. Οταν μάλιστα πανίσχυροι και αστραφτερά φωτισμένοι πολυέλαιοι έχουν γκρεμιστεί και έχουν συντριβεί με πάταγο! 1964. Τα χρόνια της περιβόητης άνοιξης της δεκαετίας του ’60, όταν έπεφτε ο σπόρος του καλού και του αγαθού και οι καλλιτέχνες συσπειρώνονταν για να υπηρετήσουν ένα κοινό πολιτικό και κοινωνικό όραμα. Μέσα σ’ ένα τέτοιο κλίμα αναπτύσσονταν οι συλλογικές προσπάθειες και ως τέτοιες, πριν από ακριβώς μισό αιώνα, θα χαρακτήριζε κανείς το Αρμα Θεάτρου και τον θίασο των Ηνωμένων Καλλιτεχνών. Φτάνει να διαβάσεις τα ονόματα των βασικών τους συντελεστών για να καταλάβεις ότι ομαδικότητα δεν σήμαινε αποπροσωποποίηση, αλλά καταγγελία του βεντετισμού και έμπρακτη εφαρμογή του πνεύματος συνεργασίας κορυφαίων δυνάμεων. Ετσι λοιπόν στο Αρμα Θεάτρου, που παρουσίασε, ανάμεσα σε άλλα, την «Ειρήνη» του Αριστοφάνη, μεταφραστής ήταν ο Βασίλης Ρώτας, σκηνοθέτης ο Πέλος Κατσέλης, μουσικός ο Νικηφόρος Ρώτας, χορογράφος η Ραλλού Μάνου και σκηνογράφος – ενδυματολόγος ο ζωγράφος Σπύρος Βασιλείου. Στους Ηνωμένους Καλλιτέχνες, που έπαιξαν ως πρώτο έργο το «Θάψτε τους νεκρούς» του Ιρβιν Σο, μεταφραστής ήταν ο Γιώργος Σεβαστίκογλου, σκηνοθέτης ο Γιώργος Θεοδοσιάδης, σκηνογράφος ο Γιάννης Στεφανέλλης και μουσική επιμελήτρια η Τόνια Καράλη (η περίφημη Στέλλα στην παράσταση του «Λεωφορείου ο Πόθος» με τη Μελίνα Μερκούρη στο Θέατρο Τέχνης κι ακόμη πιο γνωστή ως πρώτη σύζυγος του ηθοποιού Βασίλη Διαμαντόπουλου).

Μέσα σ’ αυτό το πνεύμα, του τι μπορεί να επιτευχθεί όταν ενώνονται οι καλλιτέχνες, έχουν γραφεί στα προγράμματα των αντίστοιχων παραστάσεων τα εισαγωγικά κείμενα. Για την «Ειρήνη» και τον Αριστοφάνη σημειώνει ο μεταφραστής της, ο μοναδικός Βασίλης Ρώτας:
«Ο Αριστοφάνης Αθηναίος, γεννημένος στην Αίγινα από πλούσιο σπίτι, έζησε και πέθανε στην Αθήνα (452-325 π.Χ.). Ηταν πνεύμα καθολικό και γενναίο κι αφοσιώθηκε στο θέατρο, πιστεύοντας, όπως κι η πολιτεία τότε, στη μεγάλη αποστολή της τέχνης κι αυτή την αποστολή υπηρέτησε με τα έργα του (44 κωμωδίες, που απ’ αυτές σώθηκαν οι 11 ώς τα σήμερα). Με τη σάτιρα, δηλαδή με το γέλιο, χτύπησε την εξαχρείωση του καιρού του, την κακοήθεια, την αισχροκέρδεια, την αργομισθία, τη συκοφαντία, τη δημαγωγία κι όσα κακά ταλαιπωρούσαν και τότε, όπως ταλαιπωρούν και σήμερα, την ανθρώπινη κοινωνία.
Η γλώσσα του είναι καθάρια αττική, το ύφος του σεμνό, παρά την αθυροστομία του, ο λόγος του μουσικός, ο στίχος του χορευτικός, τα χορικά του απ’ τα ωραιότερα λυρικά της παγκόσμιας ποίησης. Για τις χάρες του αυτές και για την παρρησία του ο Αριστοφάνης αγαπήθηκε απ’ τους Αθηναίους, που τον ετίμησαν με το στεφάνι της ιερής ελιάς, που στεφάνωναν τους εθνικούς ήρωες. Αλλά τον Αριστοφάνη τον αγάπησε όλος ο πολιτισμένος κόσμος κι όλοι οι λαοί, που πάντα αγάπησαν κι αγαπούν την ποίηση, κι είναι μέτρο πολιτισμού η εκτίμηση του έργου του.
Ο Αριστοφάνης δεν είναι παρά μόνο ποιητής, αφοσιωμένος πιστά σ’ αυτό το υψηλό κοινωνικό λειτούργημα, κι από την άποψη αυτή το έργο του παίρνει νόημα λαϊκό ή καθολικό ή, όπως άλλοι θα έλεγαν, θρησκευτικό, παρόλη τη φαινομενική κακομεταχείριση που κάνει στα είδωλα, όπως τα ‘χουν στην ιδέα τους πολλοί άνθρωποι είτε σεμνότυφοι είτε θρήσκοι.
Ομοια θα πρέπει να κριθεί κι η ελευθεροστομία του Αριστοφάνη. Για τις αισχρολογίες στην ποίηση γενικά και για την κωμική αξία της αισχρολογίας ειδικότερα, πολλοί εκφράζουνε σκεπτικισμό ή και άρνηση και τις αισχρολογίες του Αριστοφάνη τις ξεχωρίζουν από το υπόλοιπο έργο του μεγάλου ποιητή και τις καταδικάζουν σαν παραστράτισμα ανάξιο για την τέχνη ή τουλάχιστον απαράδεκτο σήμερα.
Οι αισχρολογίες όμως του Αριστοφάνη είναι πάντα παραστατικές κωμικών καταστάσεων με αξία αισθητική, επειδή συμβολική, και ζουν πάντα στις γλώσσες όλων των λαών. Στο θέατρο, όπως και σε όλους τους κλάδους της τέχνης, συχνότατα η έκφραση καταφεύγει σε σύμβολα, με φαινομενική αισχρή υπόσταση, πράγματι όμως ιερά, αγιασμένα από τη μεγάλη θεά, τη φύση. Η πιο αιθέρια ποίηση, η λογοτεχνία, οι εικαστικές τέχνες ποτέ δεν εδίστασαν να τα μεταχειριστούν. Οι λαϊκές παροιμίες, τα τραγούδια, τα παραμύθια ποτέ δεν κομπιάζουν σ’ αυτά.
Στην περίπτωση των έργων του Αριστοφάνη η μεταφραστική δουλειά ευκολύνεται επειδή η νεοελληνική λαϊκιά μας γλώσσα έχει μεγάλη, στενή συγγένεια με τη γλώσσα του Αριστοφάνη και στους εκφραστικούς τρόπους και στο πνεύμα. Μεγάλη όμως η δυσκολία που δημιουργείται από τα πρόσωπα και τα πράγματα που αναφέρει ο λόγος του, που είναι άγνωστα στους πολλούς σημερινούς ακροατές. Ο μεταφραστής διαλέγει απ’ τα όμοια τα σημερινά και αντικατασταίνει μ’ αυτά όσο μπορεί τα παλαιά, πιστεύοντας πως έτσι υπηρετεί πιστότερα τον ποιητή. Γιατί κι ο ποιητής ήτανε ποιητής πνεύματος. Ο μεταφραστής νομίζει χρέος του πρώτα και κύρια ν’ αποδώσει αυτό το πνεύμα κι αυτή την ουσία».
Και με το κείμενο του ηθοποιού, σκηνοθέτη και μεταφραστή Λυκούργου Καλλέργη, που παρουσίαζε το έργο του Σο «Θάψτε τους νεκρούς», αντιλαμβανόμαστε αυτό ακριβώς: συγγραφείς και καλλιτέχνες εξέφραζαν την πιο προωθημένη μορφή των αιτημάτων του λαού.
«Ο Ιρβιν Σο πρωτοφανερώθηκε στο θέατρο στα 1936 με την “τραγωδία” του (όπως τη χαρακτήρισαν οι κριτικοί) “Θάψτε τους νεκρούς” και αμέσως πήρε θέση ανάμεσα στους κορυφαίους πρωτοπόρους αμερικανούς δραματουργούς.
Ο Σο επηρεασμένος από τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο του ’18, μα προπάντων απ’ τη σύγχρονή του διεθνή κατάσταση, όπου οι πρώτες εστίες του καινούργιου παγκόσμιου πολέμου, που θα ξεσπούσε, είχαν ανάψει κιόλας (Αβησσυνία, Ισπανία, Κίνα), τοποθετεί χρονικά τη δράση του έργου του “στον δεύτερο χρόνο του καινούργιου αυτού πολέμου”.
Το “Θάψτε τους νεκρούς” χαρακτηρίστηκε ανεπιφύλακτα απ’ όλους τους κριτικούς σαν αριστούργημα της σύγχρονης δραματικής ποίησης. Μα πέρα απ’ τις δραματικές και ποιητικές του αρετές, το έργο αυτό μιλά σήμερα ολόισια στην καρδιά όλων των λαών του κόσμου που πολέμησαν στον τελευταίο πόλεμο. Το “Θάψτε τους νεκρούς” στέκει και σήμερα σαν απειλή για όλους εκείνους που θέλουν να ευνουχίσουν την αντιφασιστική αυτή νίκη των λαών και ζητάνε να θεμελιώσουν ξανά ίδιες συνθήκες, που ως μόνη διέξοδο έχουν την παγκόσμια πολεμική καταστροφή.
Ομως ένα αληθινό έργο τέχνης, όπως είναι το “Θάψτε τους νεκρούς”, δεν αγγίζει μονάχα τη σημερινή εποχή μας, μα ορθώνεται σαν αιώνια κραυγή διαμαρτυρίας μπροστά σε κάθε πόλεμο. Οι έξι νεκροί του φανταστικού πολέμου του Σο, που δεν δέχονται να τους θάψουν, είναι όλοι οι νεκροί, κάθε πολέμου.
Και η κραυγή της Μάρθας Ουέμπστερ: “Καιρός να σηκωθούν κι οι ζωντανοί αντάμα, να παλέψουν για τα δίκια τους, των γυναικών τους και των παιδιών που δεν βολεί να κάνουν”, είναι η κραυγή που αντηχεί σήμερα απ’ άκρη σ’ άκρη της γης».