Ο Μένης Κουμανταρέας πιστεύει ότι η κρίση στο μέλλον μπορεί και να αποβεί ωφέλιμη για τον μέσο Ελληνα. «Προς το παρόν, βέβαια, κάθε άλλο παρά τον ωφελεί. Βέβαια κανείς δεν ξέρει. Οι Ελληνες είναι σαν την κινούμενη άμμο. Ο άνεμος τους παρασύρει πολύ εύκολα. Και αυτό που άλλοτε μας κρατούσε,

η πατρίδα, έχει γίνει μια έννοια εθνικιστική και επικίνδυνη. Εναπόκειται στους νεότερους να την αποκρυπτογραφήσουν ξανά και να τη μεταβάλουν κατά το δοκούν» λέει. Οπως λέει, επίσης, ότι «ο υπουργός Παιδείας θα πρέπει να αποφασίσει αν θέλει τους μαθητές παπαγάλους με κίνδυνο να οδηγηθούν στην έλλειψη κρίσης και επομένως στη βλακεία ή αν δεν θα έπρεπε, αν είναι κάτι να αποστηθίζουν τα παιδιά, αυτό να είναι τα εκλεκτά ποιήματα της ελληνικής γραμματείας». Γενικότερα για την τάξη των πολιτικών είναι φειδωλός: «Ποτέ δεν ξέρει κανείς με τους πολιτικούς» λέει. «Τους παρακολουθούμε όσο μπορούμε, αλλά ποτέ δεν καταλαβαίνουμε τι σκέφτονται…». Οσο και για την ποδοσφαιροποίηση της πολιτικής, ο συγγραφέας της «Φανέλας με το εννιά» λέει: «Στον Βόλο απλώς κλωτσάνε, δεν παίζουν ποδόσφαιρο. Και κλωτσάνε τους καλύτερους τραγουδιστές μας, τη Φαραντούρη, τον Νταλάρα. Εχουν ακόμη το σύνδρομο του φυλακισμένου…».

Κάπως παράδοξα, η κουβέντα κλείνει με μία παρατήρηση για τα φιλιά. Ως απάντηση στο ερώτημα αν

ο Μένης Κουμανταρέας κυκλοφορεί στους δρόμους της Κυψέλης, όπου κατοικεί.

«Κυκλοφορώ όσο μου επιτρέπει η υγεία μου.

Οι γιατροί, πάντως, μου απαγορεύουν να φιλιέμαι με τον κόσμο για την προστασία του ανοσοποιητικού μου συστήματος. Πράγμα όμως που δεν είναι κακό, γιατί έχει παραγίνει αυτό το πράγμα με το φιλί!

Τις περισσότερες φορές φιλάμε στον αέρα. Το φιλί είναι κάτι πολύ ακριβό για να το σκορπάει κανείς παντού. Ακόμα και για σεξ μιας βραδιάς ποτέ δεν δίνω τα χείλη μου».